ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΣΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Share

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου – Εργατολόγου

Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 1 του π. δ. 40/2007 ορίζεται ρητά, ότι ένας εργοδότης θεωρείται ότι ευρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας όταν: α) έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσεως ή αναστολής των πληρωμών του και είτε κηρύσσεται σε πτώχευση με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου είτε διαπιστωθεί ότι η επιχείρηση έκλεισε οριστικά και ότι λόγω ανεπάρκειας του ενεργητικού δεν συντρέχει λόγος κινήσεως της διαδικασίας πτωχεύσεως. Ως ημερομηνία επέλευσης της αφερεγγυότητας, θεωρείται η ημερομηνία υποβολής της αίτησης για την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας. β) Πρόκειται για επιχείρηση (προβληματική) που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του ν. 1386/1983 (ΦΕΚ 107/Α΄), 46 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101/Α΄) και 14 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206/Α΄), όπως ισχύουν, γ) πρόκειται για ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε με απόφαση του αρμοδίου υπουργού λόγω παράβασης διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας και τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση (αναγκαστική) σύμφωνα με το άρθρο 12α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10/Α΄), όπως ισχύει, δ) η επιχείρηση του τέθηκε ύστερα από προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, σε εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του και με αποτέλεσμα τη λύση των σχέσεων εργασίας με τους μισθωτούς του.

Οι απαιτήσεις κατά του πτωχεύσαντος εμπόρου που δημιουργήθηκαν πριν την πτώχευση, λέγονται πτωχευτικές, οι δε δικαιούχοι τους λέγονται πτωχευτικοί πιστωτές και σχηματίζουν την ομάδα των πιστωτών. Οι απαιτήσεις που αφορούν στην πτωχευτική περιουσία και δημιουργούνται μετά την πτώχευση, λέγονται ομαδικές, γιατί οφειλέτης τους είναι η ομάδα των πιστωτών, οι δε δικαιούχοι λέγονται ομαδικοί πιστωτές. Στην περίπτωση που ο πτωχεύσας έμπορος είναι εργοδότης και οι μισθωτοί του έχουν απαιτήσεις εναντίον του, δηλαδή αποτελούν δανειστές του, τα ζητήματα που αφορούν στις συνέπειες της πτώχευσης ρυθμίζονται από τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και του πτωχευτικού δικαίου ως ακολούθως. Σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 1 του π.δ. 40/2007 το προκείμενο διάταγμα: Ι) εφαρμόζεται: α) στους εργαζόμενους μερικής απασχόλησης κατά την έννοια της οδηγίας 97/81/ΕΚ, η οποία μεταφέρθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 «Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις», β) στους εργαζόμενους με σύμβαση ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, η οποία μεταφέρθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 81/2003 «Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου», το οποίο τροποποιήθηκε με το π.δ. 180/2004 «Τροποποίηση του π.δ. 81/2003 «Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου», γ) στους εργαζόμενους με σχέση πρόσκαιρης απασχόλησης κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 2 της οδηγίας 91/383/ΕΟΚ.» και των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 «Αναδιάρθρωση Ο.Α.Ε.Δ. και άλλες διατάξεις».

ΙΙ) Δεν εφαρμόζεται: α) στους κατ’ οίκον εργαζόμενους που απασχολούνται από φυσικό πρόσωπο, β) στους αλιείς που αμείβονται με το «κομμάτι», και γ) στους εργαζόμενους που μόνοι τους ή από κοινού με τον/την σύζυγο τους ή με συγγενείς εξ αίματος μέχρι και του δευτέρου βαθμού, κατέχουν ένα ουσιώδες μέρος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης του εργοδότη και ασκούν σημαντική επιρροή στις δραστηριότητες του.

Με την κήρυξη της πτώχευσης του εργοδότη δεν επέρχεται αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων, αλλά αυτές εξακολουθούν, μέχρι να λυθούν για κάποιον από τους νόμιμους λόγους που προβλέπουν οι διατάξεις του εργατικού δικαίου. Έτσι, οι συμβάσεις εργασίας και εν προκειμένω καταγγέλλονται με τακτική καταγγελία, δηλαδή με την τήρηση του εγγράφου τύπου και την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης, ανεξάρτητα εάν ο μισθωτός είναι εργάτης ή υπάλληλος, σύμφωνα με την κρατούσα και ορθότερη άποψη. Κατά την ίδια δε άποψη, η μη καταβολή της αποζημίωσης από το σύνδικο δεν επηρεάζει το κύρος της καταγγελίας εξαιτίας της αδυναμίας του να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού λόγω της διακοπής των εργασιών της επιχείρησης. Αυτό συμβαίνει για το λόγο ότι η αποζημίωση σε μία τέτοια περίπτωση θεωρείται ως πτωχευτική απαίτηση. Ωστόσο, εάν ο σύνδικος της πτώχευσης συνεχίσει τη δραστηριότητα της επιχείρησης, τότε για να είναι έγκυρη η τυχόν καταγγελία της σύμβασης εργασίας, πρέπει να συνοδεύεται από την άμεση καταβολή της αποζημίωσης, αλλιώς η καταγγελία είναι άκυρη και οφείλονται μισθοί υπερημερίας, οι οποίοι υπάγονται στην κατηγορία των ομαδικών πιστωμάτων. Για το λόγο αυτό ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να ασκήσει τη σχετική  αγωγή του μέσα σε τρίμηνη προθεσμία, από την ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ώστε να μην αποσβεστεί το δικαίωμά του. Συνεπώς, στην περίπτωση που ο σύνδικος της πτώχευσης δεν αποδεχθεί τις υπηρεσίες των εργαζομένων, οφείλει σε αυτούς μισθούς υπερημερίας, οι οποίοι μάλιστα καταβάλλονται στους εργαζόμενους από την πτωχευτική περιουσία, χωρίς να υπαχθούν στην διαδικασία της επαλήθευσης των πιστώσεων. Αυτό συμβαίνει για το λόγο ότι η πτώχευση δεν αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 656 του Αστικού Κώδικα, ο οποίος θα μπορούσε να αποκλείσει την οφειλή αυτή. Ειδικότερα, στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου η πτώχευση του εργοδότη συνιστά σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 672 του Αστικού Κώδικα, γεγονός που επιφέρει αζημίως για τον εργοδότη την πρόωρη λύση τους, εφόσον ο σύνδικος δεν συνεχίσει την λειτουργία της εργοδοτικής επιχείρησης, δεν αποδεχθεί καθόλου τις υπηρεσίες των εργαζομένων και καταγγείλει αμέσως τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την κρατούσα πλέον άποψη, το ζήτημα της κατάταξης των προνομιακών πτωχευτικών απαιτήσεων των μισθωτών ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του άρθρου 975 παρ. 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Κατά τη διάταξη αυτή, κατατάσσονται στην τρίτη θέση του πίνακα κατάταξης των δανειστών που ικανοποιούνται από το πλειστηρίασμα  «… οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας … εφόσον όλες προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού…». Εν προκειμένω, ωστόσο, ως ημέρα λήξεως του εξαμήνου θεωρείται η ημέρα κήρυξης της πτώχευσης και όχι η ημέρα του πλειστηριασμού. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος που γίνεται είτε από το σύνδικο άμεσα, είτε μετά τον πλειστηριασμό. Έτσι, όλες οι πτωχευτικές απαιτήσεις των μισθωτών που προέκυψαν έξι μήνες πριν από την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης, είναι γενικά προνομιακές, ασχέτως εάν προέρχονται από έγκυρη ή άκυρη σύμβαση εργασίας και ασχέτως εάν αφορούν σε μισθούς ή αποζημιώσεις (λόγω απόλυσης, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω αδικοπραξίας κ.λπ.).    

Οι εργαζόμενοι που επιθυμούν να συμμετάσχουν στην πτωχευτική διαδικασία προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις τους από την πτωχευτική περιουσία, οφείλουν να αναγγείλουν τις πτωχευτικές απαιτήσεις τους καταθέτοντας στο δικαστικό γραφείο σημείωμα που τις περιγράφει, καθώς και τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα. Η επαλήθευση των πτωχευτικών απαιτήσεων γίνεται στη συνέλευση των πιστωτών, στην οποία προεδρεύει ο εισηγητής, ο οποίος συντάσσει έκθεση όπου αναφέρεται ποιες απαιτήσεις έγιναν δεκτές, ποιες είναι προνομιακές και ποιες αμφισβητήθηκαν χωρίς οι δικαιούχοι τους να αποδείξουν την ύπαρξή τους. Στην περίπτωση αμφισβήτησης μιας απαίτησης ως προς την ύπαρξη, το ποσό ή τον προνομιακό της χαρακτήρα, ο εισηγητής αποφασίζει για την προσωρινή της παραδοχή ή μη, ορίζοντας και το ποσό αυτής. Η οριστική επίλυση των αμφισβητήσεων για τις εργασιακές απαιτήσεις των μισθωτών γίνεται με ανακοπή κατά της έκθεσης επαλήθευσης.

Εάν κατά τη διάρκεια της πτώχευσης δεν συντρέχει αναγκαστική εκτέλεση κατά της πτωχευτικής περιουσίας, η εκκαθάριση και η διανομή της γίνονται κατά τις διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου και επικουρικά του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στην περίπτωση αυτή η κατάταξη των πτωχευτικών και των ομαδικών απαιτήσεων γίνεται ως ακολούθως: α) στην α΄ τάξη κατατάσσονται οι ομαδικές απαιτήσεις, δηλαδή εκείνες που προέρχονται από τη δράση του συνδίκου και στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ομαδικές απαιτήσεις των μισθωτών, β) στη β΄ τάξη κατατάσσονται οι γενικές προνομιακές απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων και αυτές που προέκυψαν από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, γ) στη γ΄ τάξη κατατάσσονται οι ενέγγυες απαιτήσεις και δ) στη δ΄ τάξη κατατάσσονται οι ανέγγυες απαιτήσεις. Στην περίπτωση που κατά τη διάρκεια της πτώχευσης συντρέχει αναγκαστική εκτέλεση κατά της πτωχευτικής περιουσίας, το σύστημα κατάταξης διαφοροποιείται και γίνεται πιο περίπλοκο, ενώ δεν ικανοποιούνται οι ομαδικές απαιτήσεις.

Με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου της 2.3.1981, που κυρώθηκε  με το Ν.1172/1981, προβλέπεται ότι, εάν ο εργοδότης έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και αδυνατεί να καταβάλει τις αποζημιώσεις και τις δεδουλευμένες αποδοχές που οφείλει στους εργαζόμενους που υπάγονται στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Δ., αυτές είναι δυνατό με απόφαση του Υπουργού Εργασίας να καταβάλλονται από τον Ο.Α.Ε.Δ., ο οποίος και υποκαθίσταται στα σχετικά δικαιώματα των απολυόμενων έναντι του εργοδότη.

Η σημασία των ανωτέρω διατάξεων είναι μεγάλη, δεδομένου ότι στην περίπτωση πτώχευσης του εργοδότη δημιουργούνται πολλά προβλήματα σχετικά με την τύχη των δεδουλευμένων αποδοχών των μισθωτών, αυτών που προηγήθησαν της κήρυξης σε πτώχευσης του εργοδότη και των μελλοντικών τους, εφόσον βέβαια συνεχισθούν οι εργασιακές τους συμβάσεις ή σχέσεις με τον πτωχεύσαντα. Ιδιαίτερα σημαντικά είναι, επίσης, τα ζητήματα που ανακύπτουν στις περιπτώσεις ενδεχόμενης καταγγελίας των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας των μισθωτών και της καταβολής σε αυτούς των σχετικών αποζημιώσεων.