ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΜΕΡΙΚΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

Share

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου – Εργατολόγου

Η οικονομική κρίση και η ύφεση, που μαστίζουν την αγορά σε παγκόσμιο επίπεδο, επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, με άμεση συνέπεια τη μείωση του αριθμού των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση και την αντίστοιχη αύξηση εκείνων, που απασχολούνται σε ευέλικτες μορφές εργασίας, όπως είναι η μερική απασχόληση. Στην χώρα μας η μερική απασχόληση τυγχάνει ολοένα και ευρύτερης πρακτικής εφαρμογής, καθότι εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο την εργοδοτική πλευρά, λόγω της μείωσης που επιφέρει στο κόστος της παρεχόμενης εργασίας.

Σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 2 του ν. 3846/2010, ο οποίος τροποποιεί τους παλαιότερους 2639/98 και 1892/90, με τον όρο «εργαζόμενος μερικής απασχόλησης» νοείται κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση. Στον αντίποδα, ως «συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση», νοείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες.

Ο μειωμένος χρόνος απασχόλησης καθ’ εαυτός δεν συνεπάγεται και την εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου της μερικής απασχόλησης. Αυτό ισχύει και σε κάθε περίπτωση που υπάρχει μείωση του χρόνου εργασίας, χωρίς αντίστοιχη μείωση αποδοχών. Το μικρότερο ωράριο προσδιορίζεται όχι μόνο βάσει του νομίμου ωραρίου, αλλά και βάσει του συγκεκριμένου ωραρίου που εφαρμόζεται σε συγκεκριμένη κατηγορία μισθωτών με πλήρεις αποδοχές και πάντα σε σχέση με το εφαρμοζόμενο στην εκάστοτε επιχείρηση ωράριο.

Σε συνάρτηση με τον ανωτέρω χρόνο εργασίας υπολογίζονται και οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης. Εφόσον το ωράριο απασχόλησής των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών είναι μικρότερο των τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως, οι αποδοχές τους προσαυξάνονται κατά 7,5%.

Αν η μερική απασχόληση έχει καθοριστεί με ημερήσιο ωράριο μικρότερης διάρκειας από το κανονικό, η παροχή της συμφωνημένης εργασίας των μερικώς απασχολούμενων πρέπει να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μία φορά την ημέρα. Ευκαιριακή παροχή εργασίας, η οποία δεν προκύπτει από κάποια σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εμπίπτει στην έννοια της μερικής απασχόλησης. Από τις ανωτέρω ρυθμίσεις εξαιρούνται οι οδηγοί αυτοκινήτων μεταφοράς μαθητών, νηπίων και βρεφών και οι συνοδοί  αυτών, που εργάζονται σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, σε παιδικούς, βρεφονηπιακούς σταθμούς και σε νηπιαγωγεία, καθώς και οι καθηγητές που εργάζονται στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης.

Απαραίτητες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ν.3846/2010 και την ισχύ της σύμβασης μερικής απασχόλησης είναι: i.) η έγγραφη συμφωνία εργοδότη – εργαζομένου και ii.) η αναγγελία της ως άνω συμφωνίας στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας εντός 8 ημερών. Η έγγραφη συμφωνία μπορεί να καταρτισθεί εξ αρχής ή κατά τη διάρκεια της  σχέσεως εργασίας και πρέπει να περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία της μερικής απασχόλησης, δηλαδή το μειωμένο χρόνο απασχόλησης και τις αντιστοίχως μειωμένες αποδοχές. Ο έγγραφος τύπος θεωρείται επιβεβλημένος. Ο εργοδότης δε δικαιούται να μειώσει τις αποδοχές του εργαζόμενου για χρόνο λιγότερο του νομίμου, εάν δε συμφωνηθεί αυτό εγγράφως και από τον εργαζόμενο. Εάν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, τότε επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της ρήτρας περί μερικής απασχόλησης και τεκμαίρεται σύμβαση πλήρους απασχόλησης.

Στην περίπτωση των μερικώς απασχολούμενων μισθωτών ισχύουν στο σύνολό τους η εργατική νομοθεσία όσο και οι γενικώς παραδεκτές αρχές του εργατικού δικαίου.

Ειδικότερα:

Ο μερικώς απασχολούμενος μισθωτός δικαιούται ίση μεταχείριση έναντι του λοιπού προσωπικού, όπως αυτή προβλέπεται από το Σύνταγμα αδιακρίτως για κάθε εργαζόμενο και προσδιορίζεται από τις εκάστοτε συνθήκες εργασίας στην επιχείρηση. Στο δικαίωμα αυτό αντιστοιχεί η υποχρέωση του εργοδότη να  αντιμετωπίζει με ισότητα  τους απασχολούμενους, των οποίων η εργασίες είναι συγκρίσιμες. Οιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση των μερικώς απασχολουμένων ο εργοδότης οφείλει να τη δικαιολογεί πλήρως και βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.

Πέρα των ανωτέρω οι μερικώς απασχολούμενοι έχουν και τα εξής επιμέρους δικαιώματα :

(1) διατηρούν όλα τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, τα οποία ο ν.1264/82 κατοχυρώνει για τους εργαζομένους.

(2)  έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας τους, η οποία προσαρμόζεται χρηματικά στο ύψος των μειωμένων αποδοχών τους. Ο εργοδότης δεν έχει την υποχρέωση να καταβάλει αποζημίωση, εάν η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο των 2 μηνών.

(3) έχουν την αξίωση της καταβολής της νόμιμης προσαύξησης σε περίπτωση παροχής εκ μέρους τους εργασίας Κυριακή ή αργία.

(4) δικαιούνται άδειας και επιδόματος αδείας που χορηγείται με βάση τις αποδοχές που θα λάμβανε ο εργαζόμενος αν εργαζόταν τις ημέρες της άδειάς του. Εάν εργάζονται κάθε ημέρα, τότε προσμετρούνται όλες οι ημέρες εργασίας, μειωμένες ανάλογα με τον αριθμό μειωμένων ωρών.

(5) ασφαλίζονται υποχρεωτικά στους οικείους οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, στον Ο.Α.Ε.Δ. και στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας.

(6) λαμβάνουν επιδόματα εορτών .

(7) έχουν το δικαίωμα να προηγηθούν έναντι τρίτων στην κάλυψη θέσης πλήρους απασχόλησης στην ίδια επιχείρηση.

(8) Σε περίπτωση που, σύμφωνα με το νέο νόμο, παραστεί ανάγκη και υποχρεωθούν από τον εργοδότη σε παροχή πρόσθετης εργασίας, δικαιούνται πρόσθετης αμοιβής ποσοστού 10%. Παράλληλα, έχουν τη δυνατότητα να αρνηθούν παροχή εργασίας πέραν της συμφωνηθείσης, όταν η απασχόληση λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο.

(9) Σε επιχειρήσεις 20 ατόμων και άνω, έχουν δικαίωμα μετά τη συμπλήρωση 1 έτους εργασίας να ζητήσουν τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας από πλήρη σε μερική απασχόληση με δικαίωμα επανόδου σε πλήρη απασχόληση εκτός αν η άρνηση δικαιολογείται από τις επιχειρησιακές ανάγκες.

Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται η διάρκεια της μερικής απασχόλησης και το είδος αυτής.

Αν ο εργοδότης δεν απαντήσει εγγράφως μέσα σε ένα μήνα θεωρείται ότι το αίτημα του εργαζομένου έχει γίνει δεκτό.

(10) Ο χρόνος της μερικής απασχόλησης λαμβάνεται υπόψη ως χρόνος προϋπηρεσίας όπως και για τον συγκρίσιμο εργαζόμενο. Για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας αυτής, μερική απασχόληση που αντιστοιχεί στον κανονικό (νόμιμο ή συμβατικό) ημερήσιο χρόνο του συγκρίσιμου εργαζόμενου αντιστοιχεί σε μία ημέρα προϋπηρεσίας.

(11) Παρέχεται δυνατότητα συμμετοχής στις δραστηριότητες της επαγγελματικής κατάρτισης που εφαρμόζει η επιχείρηση υπό συνθήκες ανάλογες με εκείνες που αφορούν τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης και αορίστου χρόνου.

Επιπλέον, παρέχονται οι ίδιες κοινωνικές υπηρεσίες που υπάρχουν στη διάθεση των άλλων εργαζόμενων στην επιχείρηση.

(12) Ο εργοδότης ενημερώνει τους εκπροσώπους των εργαζομένων για τον αριθμό των απασχολουμένων με μερική απασχόληση σε σχέση με την εξέλιξη του συνόλου των εργαζομένων καθώς και για τις προοπτικές πρόσληψης εργαζομένου με πλήρη απασχόληση.

(13) Η μερική απασχόληση με σχέση ιδιωτικού δικαίου επιτρέπεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με εξαίρεση το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού τα Ν.Π.Δ.Δ. Σε περιπτώσεις αντιμετώπισης εκτάκτων ή επειγουσών αναγκών συμφωνείται σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας έως έξι 6 μηνών για μερική απασχόληση που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις (4) ώρες ημερησίως. Η σχετική προκήρυξη αποστέλλεται πριν από τη δημοσίευσή της στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο οφείλει να ελέγξει αυτήν από άποψη νομιμότητας μέσα σε δέκα ημέρες. Οι συμβάσεις που καταρτίζονται για την κάλυψη έκτακτων ή επειγουσών αναγκών λήγουν αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειάς τους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία άλλη διατύπωση. Η για οποιονδήποτε λόγο ανανέωσή τους ή μετατροπή τους σε σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη.