08
Μάρτιος
 

Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Συντάχτηκε από τον  στις 14:18

Του Γ.Κ. Καρούζου, Δικηγόρου, ειδικευμένου στο Εργατικό Δίκαιο.

Η παρενόχληση σεξουαλικού χαρακτήρα είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο που προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Αποτελεί δε, ιδιαίτερα στο χώρο της εργασίας, μία σχετικά συχνή, προσβολή εις βάρος των εργαζομένων και κυρίως των γυναικών. Το εν λόγω φαινόμενο συνιστούσε για δεκαετίες - και εν μέρει συνεχίζει να συνιστά - μία υπαρκτή αλλά αθέατη κατάσταση, την οποία η κοινωνία τη θεωρούσε και την αντιμετώπιζε ως ταμπού, φροντίζοντας να αποκρύπτει επιμελώς την ύπαρξή της. Στους χώρους εργασίας το φαινόμενο αυτό έπληττε κυρίως τις γυναίκες, οι οποίες αφενός υφίσταντο μία άνιση μεταχείριση και αφετέρου αποσιωπούσαν το γεγονός, φοβούμενες κυρίως το διασυρμό, την κοινωνική κατακραυγή, καθώς και την επιδείνωση των εργασιακών τους συνθηκών.

Το φεμινιστικό κίνημα επέδρασε καταλυτικά στην ανατροπή αυτής της κατάστασης. Μέσα από τους αγώνες και τις πιέσεις που άσκησε, πέτυχε να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή σε θέματα όπως η ισότητα, η κακοποίηση, ο βιασμός και η σεξουαλική παρενόχληση. Οι εν λόγω αγώνες και πιέσεις στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη είχαν ως αποτέλεσμα τόσο την κοινωνική ευαισθητοποίηση για το εύρος του φαινομένου και των συνεπειών του σε ψυχολογικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο σε βάρος των θυμάτων, όσο και την κινητοποίηση των εθνικών και διεθνών νομοθετικών οργάνων για την αντιμετώπισή του και την αποτελεσματική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Παρά, όμως, την έκταση του φαινομένου, η ευρωπαϊκή κοινότητα άρχισε να ασχολείται με αυτό μόλις στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με Ψήφισμά του ζήτησε από την Επιτροπή να συντάξει σχετική Οδηγία. Το πρώτο σημαντικό κείμενο που εκδόθηκε με βάση τη μελέτη αυτή, ήταν μία Σύσταση της Επιτροπής της 27ης Νοεμβρίου του 1991, όπου για πρώτη φορά περιγραφόταν το διακύβευμα της σεξουαλικής παρενόχλησης στην εργασία. Η αναλυτική, ωστόσο, περιγραφή των επιπτώσεων του φαινομένου δεν συνοδεύτηκε, από μία αντίστοιχα αναλυτική περιγραφή του ίδιου του φαινομένου. Στη Σύσταση διατυπώθηκε μόνον ένας εξαιρετικά ευρύς ορισμός του, που κάλυπτε κάθε «προσβολή της αξιοπρέπειας εφόσον στηριζόταν στη διαφορά φύλου», χωρίς να θεωρείται καν αναγκαία η ύπαρξη μίας συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα. Μετά από 11 χρόνια, η Οδηγία 73 του 2002, επιχείρησε την διατύπωση ενός νέου στενότερου ορισμού, ο οποίος ωστόσο στηρίζεται και πάλι σε μια σειρά από αξιολογικές και εξαιρετικά ασαφείς έννοιες. Ειδικότερα, ορίζεται ότι η σεξουαλική παρενόχληση προϋποθέτει συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα που μπορεί να είναι λεκτική, μη λεκτική ή σωματική η οποία πρέπει να εκδηλώνεται με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του ατόμου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος. Η ανωτέρω Οδηγία 2002 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την Οδηγία 54 του 2006, η οποία ωστόσο δεν αλλοίωσε τον ορισμό της σεξουαλικής παρενόχλησης.

Αντιμετωπίση του πρόβληματος στο ελληνικό ποινικό δίκαιο

Ο Έλληνας νομοθέτης ασχολήθηκε καθυστερημένα με το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης. Ενώ όφειλε να ενσωματώσει την Οδηγία του 2002 το αργότερο μέσα στο 2005, ο ν. 3488 -ο οποίος ρύθμιζε το ζήτημα- ψηφίστηκε το καλοκαίρι του 2006, όταν μάλιστα η Οδηγία που υποτίθεται ότι ενσωμάτωνε στο ελληνικό δίκαιο είχε ήδη αντικατασταθεί από την Οδηγία του 2006.

Με το άρθρο 3 παρ. δ του ν. 3488/2006 επιχειρήθηκε για πρώτη φορά να δοθεί ο ορισμός της «σεξουαλικής παρενόχλησης» ως η εκδήλωση οποιασδήποτε μορφής ανεπιθύμητης λεκτικής, μη λεκτικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα, με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος.

Στην Αιτιολογική Έκθεση του νομοσχεδίου, η θέσπιση του νέου κυρωτικού κανόνα δικαιολογήθηκε με το επιχείρημα ότι η σεξουαλική παρενόχληση διαφέρει εννοιολογικά από την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, όπως περιγράφεται στο άρθρο 337 ΠΚ., χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται ειδικότερα πού ακριβώς εντοπίζεται η διαφορά αυτή. Δεν έγινε επίσης καμία αναφορά στα εγκλήματα της παράνομης βίας ή της ασέλγειας με κατάχρηση εξουσίας. Στην έννοια της σεξουαλικής παρενόχλησης θα μπορούσε χωρίς δυσκολία να υπαχθεί και η διατύπωση φιλοφρονήσεων, το κλείσιμο του ματιού ή ακόμα και ένα έντονα προσηλωμένο βλέμμα, εφόσον υποτεθεί ότι ο «δράστης» τέτοιου είδους πράξεων απέβλεπε στο να δημιουργήσει ένα περιβάλλον εκφοβιστικό, εξευτελιστικό ή ταπεινωτικό για το θύμα. Η αοριστία της διάταξης αυτής επισημάνθηκε και από την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, η οποία στη σχετική της Έκθεση ανέφερε ότι: «…μπορεί ο νομοθέτης να επαναλαμβάνει τον ορισμό της Οδηγίας του 2002, οι Οδηγίες όμως διατυπώνονται με ευρύτητα γιατί απευθύνονται σε χώρες με διαφορετικά νομικά συστήματα και αποσκοπούν στην κάλυψη και τη δημιουργία σημείων αναφοράς και επαφής με επιμέρους εθνικές νομοθεσίες. Παρέχουν απλώς κατευθυντήριες γραμμές στον εθνικό νομοθέτη και κατά συνέπεια δεν επιβάλλεται η κατά λέξη μεταφορά τους. Αντίθετα μάλιστα, στον τομέα του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, η ανάγκη προσαρμογής είναι απολύτως επιτακτική, ενόψει της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της νομιμότητας, που επιτάσσει τη θέσπιση σαφών ποινικών διατάξεων, στα πλαίσια των οποίων πρέπει να περιγράφεται λεπτομερώς η αξιόποινη συμπεριφορά». Η προκείμενη διάταξη τελικώς απεσύρθη και με την τροπολογία, που κατατέθηκε, ο νομοθέτης εγκατέλειψε πλήρως την έννοια της «σεξουαλικής παρενόχλησης», όπως την ορίζει στο άρθρο 3 του νόμου. Με βάση τη νέα διατύπωση, έγκλημα σεξουαλικής παρενόχλησης θεωρείται πλέον ότι διαπράττει, «όποιος τελεί την πράξη του άρθρου 337 παρ. 1 ΠΚ, εκμεταλλευόμενος την εργασιακή θέση του παθόντος ή τη θέση προσώπου που έχει ενταχθεί σε διαδικασία αναζήτησης εργασίας».

Σχετικά με τη νέα αυτή διάταξη θα πρέπει τώρα να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:

– Για την τέλεση του εγκλήματος απαιτούνται, πλέον, ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις. Ως ασελγείς χειρονομίες νοούνται πράξεις που περιέχουν σωματική επαφή και ανάγονται στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής, χωρίς όμως να έχουν την ένταση των ασελγών πράξεων. Έτσι ένα φιλί στο στόμα ή ένα χάδι στο στήθος ή τους μηρούς θεωρείται ασελγής χειρονομία. Η πρόταση αντίθετα που αφορά ασελγείς πράξεις δεν περιέχει μεν σωματική επαφή, πρέπει όμως να αναφέρεται υποχρεωτικά στην τέλεση πράξεων αυξημένης βαρύτητας στον χώρο της γενετήσιας ζωής, όπως είναι η συνουσία ή τα υποκατάστατά της. Επομένως, προτάσεις που αφορούν μικρότερης βαρύτητας πράξεις, όπως λ.χ. πρόταση για ένα φιλί, μόνον ως μορφές εξύβρισης μπορούν να αντιμετωπιστούν. Έτσι όμως γεννιούνται ήδη τα πρώτα προβλήματα. Στον Ποινικό Κώδικα οι διατάξεις των άρθρων 337 και 361 έχουν την ίδια ποινή. Η αρχή της αναλογικότητας, επιβάλλει ίσης βαρύτητας συμπεριφορές τελεσμένες υπό τους ίδιους όρους, να αντιμετωπίζονται με την ίδια ποινή. Αυτό όμως δεν είναι πλέον εφικτό, εφόσον οι όροι της εργασιακής απασχόλησης δεν λαμβάνονται υπόψη στα εγκλήματα κατά της τιμής.

– Αναγκαία επίσης προϋπόθεση για να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 337 ΠΚ -και επομένως πλέον και η διάταξη για τη σεξουαλική παρενόχληση είναι να προσβάλλεται βάναυσα η αξιοπρέπεια του άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής. Βάναυση θεωρείται η προσβολή όταν γίνεται κατά τρόπο ιδιαίτερα αγενή και συνεπάγεται σοβαρή μείωση της τιμής. Το πότε ωστόσο η προσβολή είναι βάναυση αποτελεί ένα δύσκολα αποδείξιμο μέγεθος. Στον εργασιακό όμως χώρο ελάχιστη σημασία έχει αν η προσβολή είναι πράγματι βάναυση ή όχι. Το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να αξιολογηθεί με τον νέο νόμο, αφού τέτοιου είδους συμπεριφορές, μόνον ως μορφές εξύβρισης, με την περιορισμένη ποινή του άρθρου 361 ΠΚ μπορούν να αντιμετωπιστούν.

– Με βάση επίσης τον νέο νόμο, για να υπάρχει σεξουαλική παρενόχληση πρέπει ο δράστης να ενεργεί τις πιο πάνω πράξεις, εκμεταλλευόμενος την εργασιακή θέση του παθόντος ή τη θέση προσώπου που έχει ενταχθεί σε διαδικασία αναζήτησης εργασίας. Εκμετάλλευση γίνεται δεκτό ότι υπάρχει όταν ο δράστης επωφελείται από μία κατάσταση, τη χρησιμοποιεί δηλαδή ως ευκαιρία για να πετύχει κάποιο σκοπό, χωρίς όμως να προϋποτίθεται κατ’ ανάγκη μια σχέση υπηρεσιακής εξάρτησης. Έτσι το έγκλημα μπορεί εξίσου να τελεστεί από ομοβάθμιους συναδέλφους ή πελάτες όπως και από ιεραρχικά ανώτερους. Με την εξομοίωση όμως αυτή παραβλέπεται πλήρως το γεγονός ότι στη δεύτερη περίπτωση η πράξη δεν προσβάλλει μόνο την αξιοπρέπεια του ατόμου, αλλά πρωταρχικά τη γενετήσια ελευθερία του.

– Τέλος, η διάταξη για τη σεξουαλική παρενόχληση, όπως τελικά διαμορφώθηκε, δεν καλύπτει τη βαρύτερη μορφή της, τον σεξουαλικό, δηλαδή, εκβιασμό για την τέλεση των ασελγών πράξεων, όταν αυτός στηρίζεται σε κατάχρηση μιας υπηρεσιακής σχέσης εξάρτησης ή της ανάγκης για εύρεση εργασίας. Η συμπεριφορά αυτή εξακολουθεί λοιπόν να αντιμετωπίζεται με τις γενικές διατάξεις που υπήρχαν ήδη από τη θέσπιση του Ποινικού Κώδικα, η εφαρμογή των οποίων, όμως, αφενός δεν καλύπτει σε όλη του την έκταση το φαινόμενο και αφετέρου οδηγεί σε προφανώς άτοπα αποτελέσματα.

Περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης –ιδίως στο χώρο εργασίας- απασχόλησαν και τη νομολογία, η οποία πάγια δέχεται ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου η οποία έγινε διότι ο μισθωτός απέκρουσε σεξουαλική παρενόχληση εκ μέρους του εργοδότη ή προς συγκάλυψη της παρενόχλησης αυτής. Επίσης, κρίθηκε ότι με τη σεξουαλική παρενόχληση της εργαζόμενης εκ μέρους του διευθυντή της επήλθε ηθική μείωση και προσβολή της προσωπικότητάς της, με συνέπεια η εξακολούθηση της εργασίας της στο χώρο της επιχείρησης να αποβεί δυσχερής για αυτή. Συνακόλουθα, το δικαστήριο έκρινε ότι πρόκειται για δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας της παρενοχλούμενης εργαζόμενης και άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας, με αποτέλεσμα να δικαιούται την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Πάντως, αποτελεί απολύτως προσμετρήσιμο μέγεθος για την κατάφαση της παρενόχλησης η ιστορικότητα της θέσης που έχει λάβει τα παρενοχλούμενο πρόσωπο στο συγκεκριμένο πλέγμα σχέσεων. Έτσι, έχει κριθεί ότι η προσφορά κάποιου δώρου ή κάποια φιλοφρονητική χειρονομία σε συνδυασμό με κάποιες διερευνητικές για τις διαθέσεις του άλλου συζητήσεις δεν αποτελούν επαρκή αποδεικτικά μέσα για την αποδοχή του ισχυρισμού περί σεξουαλικής παρενόχλησης, ιδίως όταν αυτό συνεπάγεται σημαντικές περιουσιακής φύσεως κυρώσεις.

Η αντιμετώπιση της σεξουαλικής παρενόχλησης προϋποθέτει κατά κύριο λόγο την ανάπτυξη πολιτικών πρόληψης του φαινομένου και αυτές μπορούν να στηριχθούν μόνο σε ένα πραγματικό και ειλικρινές ενδιαφέρον της Πολιτείας να ανατρέψει τα παραδοσιακά στερεότυπα σχετικά με τον ρόλο των δύο φύλων. Στη συγκεκριμένη ωστόσο περίπτωση, το Κράτος, με τους εκπροσώπους, του έδειξε να αντιμετωπίζει την ψήφιση του νέου νόμου ως μία τυπική εκπλήρωση των υποχρεώσεών του έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μία τέτοια αντιμετώπιση δε δημιουργεί δυστυχώς αισιοδοξία σχετικά με την πολιτική που πρόκειται να ακολουθηθεί.

Σχετικά Άρθρα

920x45 clean


followus 2
fb button  twitter button  youtube icon
logo 4
ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ      ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Copyright © 2014
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ - ΕΡΓΑΤΟΛΟΓΟΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ