13
Νοέμβριος
 

ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Συντάχτηκε από τον  στις 21:54

Η σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών διαφοροποιείται από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας

ως προς την ύπαρξη του στοιχείου της εξάρτησης του εργαζόμενου από τον εργοδότη. Η έννοια αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών θεωρητικών αναζητήσεων και δικαστηριακών αποφάσεων, ακριβώς επειδή μέχρι σήμερα η πολυμορφία των εργασιακών σχέσεων καθιστά δυσχερή τον επακριβή προσδιορισμό της. Έτσι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του ευρισκόμενος υπό την εξάρτηση του εργοδότη του και υποκείμενος στο διευθυντικό του δικαίωμα, που εκδηλώνεται με τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού ως προς τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και την εν γένει επιμελή παροχή της βάσει των αναγκαίων εντολών και οδηγιών, οι οποίες είναι δεσμευτικές για το μισθωτό που είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς αυτές.

Επίσης, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος αμείβεται με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και επιπλέον υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, δίδοντας ταυτόχρονα δεσμευτικές οδηγίες, τις οποίες πρέπει ο μισθωτός να ακολουθεί για την προσήκουσα παροχή της εργασίας. Η ύπαρξη της εξάρτησης δεν σημαίνει ότι, ο εργαζόμενος δεν δύναται να προβεί στην ανάπτυξη πρωτοβουλιών ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας που του έχει ανατεθεί. Αυτό ιδιαίτερα συναντάται στην περίπτωση των διευθυντικών στελεχών και υπαλλήλων, οι οποίοι δεν παύουν να τελούν υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, έστω και εάν αυτοί μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις ως προς τα μέσα και το χρόνο εκτέλεσης της εργασίας τους. Αρκεί στις περιπτώσεις αυτές να υπάρχει δικαίωμα  εποπτείας και ελέγχου από τον εργοδότη στην παροχή εργασίας, δηλαδή να μπορεί αυτός να εκδίδει δεσμευτικές διαταγές αναλαμβάνοντας ο ίδιος την ευθύνη για την μη εκπλήρωση του αποτελέσματος της εργασίας. Δηλαδή, για τον χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως εξαρτημένης εργασίας δεν έχουν σημασία τα καθήκοντα, τα οποία έχει αναλάβει να εκτελέσει ο εργαζόμενος, αλλά λαμβάνονται υπόψη η φύση της εργασίας, η ένταξη του εργαζομένου στην εκμετάλλευση, ο χρόνος διάρκειας της συμβατικής του σχέσης κ.α.. Έτσι, ο γιατρός της  κλινικής που ασκεί συγκεκριμένα επιστημονικά εργασιακά καθήκοντα στην κλινική, δεν διαφοροποιείται ως προς τη συμβατική του σχέση ως εργαζόμενος υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, για τον λόγο ότι αυτός μόνος επιλέγει τις μεθόδους και τα μέσα εκτέλεσης της εργασίας του. Αρκεί ο εργοδότης του να του καθορίζει τον χρόνο και τον τόπο παροχής των υπηρεσιών του, αυτός δε να του καταβάλλει και τη συμφωνηθείσα αμοιβή του.

Δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για τη φύση της συμβατικής σχέσης η μη ασφάλιση του εργαζομένου στο ΙΚΑ, ο τρόπος πληρωμής του και η συμφωνία για καταβολή των αποδοχών και του επιδόματος αδείας. Επίσης, δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο για την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας το γεγονός ότι ο εργαζόμενος εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών και ότι αυτός ήταν ασφαλισμένος στο Τ.Ε.Β.Ε. . Θυμίζουμε ότι, ο ν. 710\1977 επιβάλλει την έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών για τους ξεναγούς, οι οποίοι ωστόσο θεωρούνται μισθωτοί υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 1305\1983, υπόκεινται στην ασφάλιση του ΙΚΑ όλα τα πρόσωπα που απασχολούνται ή παρέχουν εργασία ή υπηρετούν επ’ αμοιβή , είτε σε φυσικά πρόσωπα, είτε στο Δημόσιο, σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, με οποιαδήποτε άλλη σχέση, πλην της μισθωτής, εφόσον για την εργασία, απασχόληση, υπηρεσία τους αυτή, δεν υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση άλλου Ταμείου κύριας ασφαλίσεως. Κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων, με κανονισμό που εκδόθηκε, καλύπτονται από την ασφάλιση του Ι.Κ.Α. τα πρόσωπα που παρέχουν κατά κύριο ή συγκύριο επάγγελμα την προσωπική τους εργασία με σύμβαση  μισθώσεως έργου και με συνθήκες, από απόψεως τρόπου, τρόπου και χρόνου απασχολήσεως, παρόμοιες με αυτές που συναντώνται στις περιπτώσεις της εξαρτημένης εργασίας. Συνεπώς, ανεξάρτητα από τον τρόπο αμοιβής των ανωτέρω προσώπων (δελτίο παροχής υπηρεσιών κ.λ.π.), εφόσον ύστερα από έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του διαπιστώνεται ότι, παρέχουν την προσωπική τους εργασία με συνθήκες όμοιες με αυτές που συναντώνται στην περίπτωση της εξαρτημένης εργασίας, η ασφάλισή τους στο ίδρυμα είναι υποχρεωτική. Κατά δε το άρθρο 1 του ν. 2639\1998, η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών…τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. Το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει αν ο απασχολούμενος προσφέρει την εργασία του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη. 

Η νομολογία αποφάνθηκε ότι, η σύμβαση διανομέα εφημερίδας με εφημερίδα, η σύμβαση μεταξύ πραγματογνώμονα ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα και ασφαλιστικής εταιρείας, η σύμβαση λογιστή με επιχείρηση για την τήρηση των λογιστικών βιβλίων, με επιλογή του χρόνου εργασίας του και του δικαιώματός του να απασχολείται και σε άλλες επιχειρήσεις, η σύμβαση δακτυλογράφου, εργαζόμενης στο σπίτι της με ελευθερία ανάλειψης εκ μέρους της και άλλων εργασιών, ο απασχολούμενου με τη μετάφραση, τον υποτιτλισμό και την τεχνική επεξεργασία ταινιών, σειρών και προγραμμάτων, καθώς και με την οργάνωση του μεταφραστικού τμήματος σε στούντιο παραγωγής και επεξεργασίας κινηματογραφικών ταινιών κ.λ.π. είναι σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Σχετικά Άρθρα

920x45 clean


followus 2
fb button  twitter button  youtube icon
logo 4
ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ      ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Copyright © 2014
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ - ΕΡΓΑΤΟΛΟΓΟΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ