Εμφάνιση άρθρων βάσει ετικέτας: εργατικό ατύχημα - Δικηγόρος Εργατολόγος

Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου – Εργατολόγου

 

Σύμφωνα με τον νόμο  551/1915, εργατικό ατύχημα είναι εκείνο που προκαλείται από αιφνίδιο και βίαιο γεγονός, εξωτερικό ως προς τον οργανισμό του παθόντος, με αποτέλεσμα τη βλάβη της υγείας του ή ακόμα και τον θάνατό του. Ο ίδιος νόμος παρέχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα αξίωσης  αποζημίωσης για την περιουσιακή του ζημία, αλλά και χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη.

 

Ο ανωτέρω ορισμός έχει πλέον διευρυνθεί αρκετά, ώστε να καλύπτει πλήθος περιπτώσεων που ίσως αποκλίνουν από την παραδοσιακή έννοια του εργατικού ατυχήματος, προκειμένου να παράσχουν την μεγαλύτερη δυνατή προστασία στον εργαζόμενο. Στα πλαίσια αυτά γεννήθηκε η ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη και ενδιαφέρουσα περίπτωση της αυτοκτονίας ή της σωματικής βλάβης, προκληθείσης κατόπιν απόπειρας αυτοκτονίας.

 

 Κατ’ αρχήν, η αυτοκτονία, ως εκούσια πράξη, δεν χαρακτηρίζεται ως εργατικό ατύχημα, λόγω της έλλειψης ενός προφανούς αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ατυχήματος και της εργασίας, καθώς και της απουσίας του βίαιου εκείνου συμβάντος που οδήγησε τον εργαζόμενο σε αυτή του την πράξη. Για αυτό και η θεωρία είναι αρκετά συντηρητική ως προς αυτό το θέμα το οποίο δεν έχει ακόμα αντιμετωπισθεί επαρκώς, καθώς και η νομολογία είναι εξαιρετικά περιορισμένη.

 

Ωστόσο, η ενδεχόμενη συσχέτιση μίας αυτοκτονίας με την εργασία, δε μπορεί να αποκλείσει τον χαρακτηρισμό της αυτοκτονίας ως εργατικού ατυχήματος, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να υπάρχει ένα βίαιο και αιφνίδιο γεγονός το οποίο οδήγησε στη σωματική βλάβη ή τον θάνατο του εργαζομένου κατόπιν αυτοκτονίας, το οποίο, όμως, συνδέεται αιτιωδώς με την εργασία. Συνήθως, το αιφνίδιο αυτό γεγονός συνίσταται σε κάποιον ψυχολογικό παράγοντα, o οποίος έλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε οδήγησε στην πράξη αυτή του εργαζομένου, ως άμεση συνέπεια των εργασιακών συνθηκών.

 

Βέβαια, υπάρχουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων, βάσει των οποίων μπορεί να θεμελιωθεί η άποψη ότι η αυτοκτονία μπορεί να αποτελέσει και εργατικό ατύχημα. Θεμελιώδους σημασίας είναι η υπ’ αριθμόν 1286/1984 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία στηρίζεται στο σκεπτικό ότι ο εργαζόμενος που χάνει την ικανότητα προς καταλογισμό, λόγω εξωτερικού αιφνίδιου γεγονότος, προερχόμενου από την εργασία,  ώστε καταλήγει στην αυτοκτονία, είναι παθών εργατικού ατυχήματος. Στην εν λόγω υπόθεση, κρίθηκε ότι ο πλοίαρχος που οδηγήθηκε σε αυτοκτονία λόγω της ιδιαίτερα πιεστικής κατάστασης που κλήθηκε να αντιμετωπίσει, εξαιτίας της  αδυναμίας του να διασώσει το φορτίο και το πλοίο, υπέστη εργατικό ατύχημα. Η ερμηνεία αυτή βασίζεται στο σκεπτικό ότι οι έκτακτες και πιεστικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν σε άμεση σύνδεση με την εργασία, λειτούργησαν ως εξωτερικό αιφνίδιο γεγονός, το οποίο επέδρασε καταλυτικά στην ψυχολογία του εργαζομένου, ώστε να άρει την ικανότητά του προς καταλογισμό και να τον οδηγήσει στην αυτοκτονία. Έτσι, η αυτοκτονία αυτή αποτελεί εργατικό ατύχημα, ως απόρροια μίας κατάστασης, η οποία προήλθε από την εργασία.

 

Επίσης σημαντική, είναι η υπ’ αριθμόν 182/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, στην οποία κρίθηκε ότι η εργαζόμενη που οδηγήθηκε σε απόπειρα αυτοκτονίας λόγω της έντονης πίεσης σε συνδυασμό με τον κίνδυνο απώλειας της δουλειάς της, εμπίπτει στα όρια του εργατικού ατυχήματος. Ειδικότερα, η εργαζόμενη υπέστη αφόρητη ψυχολογική πίεση, καθώς της επιβλήθηκαν επιπρόσθετα καθήκοντα τα οποία ήταν αδύνατον να εκτελέσει εντός του ωραρίου της, τόσο εξαιτίας του χρονικού περιορισμού όσο και εξαιτίας της έλλειψης σωματικής αντοχής. Επειδή η ίδια αρνήθηκε να εκτελέσει τα καθήκοντα αυτά, η πίεση που δέχτηκε σε συνδυασμό με τις απειλές περί απόλυσης, την οδήγησαν σε κατάσταση απόγνωσης και ισχυρό ψυχικό κλονισμό, με αποτέλεσμα την απόπειρα αυτοκτονίας, ακριβώς μετά την τελευταία συζήτηση που είχε με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας για το ανωτέρω θέμα. Το γεγονός αυτό , αποτελεί συνέπεια βιαίου και απρόβλεπτου συμβάντος, ήτοι του ψυχικού κλονισμού που υπέστη η εργαζόμενη εξ’ αφορμής της εργασίας. Η αιτιώδης συνάφεια είναι εδώ προφανής καθώς δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες συνθήκες και περιστάσεις που ήταν αναγκαίες για την επέλευση του ατυχήματος, και χωρίς τις οποίες αυτό δεν θα είχε επέλθει. Βέβαια, προϋποτίθεται εδώ ότι η συγκεκριμένη εργαζόμενη δεν είχε κάποια ψυχική διαταραχή ή τάσεις αυτοκτονίας, κάτι που θα μπορούσε να αποκλείσει τον αιτιώδη σύνδεσμο με την εργασία. Στη τελευταία αυτή περίπτωση, αν δηλαδή ο εργαζόμενος πάσχει ήδη από κάποια νόσο, ικανή να οδηγήσει σε μία τέτοια απόφαση, τότε η επέλευση ή μη εργατικού ατυχήματος, θα κριθεί κατ’ αρχήν, από τη σχετική γνώση του εργοδότη για την ύπαρξη της νόσου, καθώς και από το αν λήφθηκαν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του εργαζομένου. Και σε αυτή την περίπτωση δηλαδή, δεν αποκλείεται  το εργατικό ατύχημα, αλλά η αιτιώδης σύνδεση αυτού με την εργασία είναι πιο δυσχερής.

 

Τα ανωτέρω παραδείγματα αναδεικνύουν την ενδεχόμενη σχέση ανάμεσα σε μία αυτοκτονία και την εργασία, η οποία, όμως, σπάνια αναγνωρίζεται. Ωστόσο, είναι αρκετές οι περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει και να αναγνωρίσει εκείνη τη λεπτή σύνδεση, προκειμένου να αποζημιώσει τον εργαζόμενο για την ηθική του βλάβη ή τους συγγενείς του για την ψυχική τους οδύνη, σε περίπτωση αυτοκτονίας.

 

Συμπερασματικά, αν και η αυτοκτονία προέρχεται κατ’ αρχήν από εκούσια πράξη, ενδέχεται να οφείλεται σε παράγοντες εξωτερικούς ως προς το άτομο, οι οποίοι αίρουν τον καταλογισμό και φέρουν το άτομο σε κατάσταση απόγνωσης και σε τέτοιο ψυχικό κλονισμό, ώστε να καθίσταται πλέον σαφής η σύνδεση ανάμεσα σε αυτούς τους παράγοντες και την εργασία. Τότε, μιλάμε πλέον για φαινομενικά εκούσια πράξη, καθώς η ψυχική κατάσταση που επέβαλε στο άτομο τη συγκεκριμένη πράξη, πηγάζει από εξωτερικούς παράγοντες. Αν αυτοί οι παράγοντες λάβουν τη μορφή του βίαιου και αιφνίδιου συμβάντος το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την εργασία, τότε δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ύπαρξης εργατικού ατυχήματος.



 

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ: ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ

Ο βασικός νόμος για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, με σκοπό την πρόληψη του εργατικού ατυχήματος, είναι ο Ν. 3850/2010, όπως έχει τροποποιηθεί από τους Ν. 3996/2011, 4144/2013 και 4174/2013.

Ο νόμος αυτός περιλαμβάνει τα μέτρα ασφαλείας που πρέπει να λαμβάνει ο εργοδότης, αλλά και τις υποχρεώσεις που έχει ο εργαζόμενος σε κάθε περίπτωση, και έχει εφαρμογή τόσο για τον δημόσιο, όσο και για τον ιδιωτικό τομέα.

Ειδικότερα, ο εργοδότης ενδεικτικά οφείλει :

  •   Να εξασφαλίζει γενικά την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, αλλά και των τρίτων.

  •   Να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και να διευκολύνει το έργο τους.

  •   Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας.

  •   Να ενημερώνει τους εργαζομένους για τους επαγγελματικούς κινδύνους.

  •   Να φροντίζει για τη συντήρηση και τη σωστή λειτουργία των μέσων παραγωγής και των εγκαταστάσεων. 

  •   Να διευκολύνει την επιμόρφωση των εργαζομένων και να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας. 

  •   Να προσαρμόζει την εργασία στον άνθρωπο, όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας σε σχέση με τις μεθόδους εργασίας και παραγωγής. 

  •   Να εκτιμά και να καταπολεμά τους κινδύνους. 

  •   Να προσαρμόζεται στις τεχνικές εξελίξεις. 

  •   Να παρέχει τις απαιτούμενες και κατάλληλες οδηγίες στους εργαζομένους.       

  •   Να λαμβάνει υπ’ όψιν του τις ιδιαίτερες ικανότητες κάθε εργαζομένου, σε θέματα ασφάλειας και υγείας. 

  •   Να μεριμνά ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες ειδικού και σοβαρού κινδύνου, μόνο οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει αντίστοιχη εκπαίδευση.

Επιπλέον, ο εργαζόμενος έχει τις εξής υποχρεώσεις :   

  • Την εφαρμογή των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας,

  • Τη φροντίδα για την ασφάλεια και υγεία, τόσο τη δική του όσο και των υπόλοιπων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις και τις παραλείψεις του, σύμφωνα με την εκπαίδευση που έχει λάβει από τον εργοδότη του.

  • Την ορθή χρήση των μέσων παραγωγής.

  • Την άμεση ενημέρωση του εργοδότη ή του τεχνικού ασφαλείας ή του ιατρού εργασίας, για οποιαδήποτε κατάσταση ικανή να προκαλέσει κίνδυνο για την ασφάλεια και την υγεία.

  • Την παρακολούθηση  σχετικών σεμιναρίων ή άλλων επιμορφωτικών προγραμμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, ο εργαζόμενος οφείλει να υπακούει στις οδηγίες του εργοδότη και να λαμβάνει την απαιτούμενη εκπαίδευση προκειμένου να συμβάλλει στην πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων.

Ο ρόλος όμως, του εργοδότη είναι αυτός που καθορίζει αποφασιστικά την τήρηση των κανόνων υγιεινής κα ασφάλειας στην επιχείρηση, προς αποφυγή των εργατικών ατυχημάτων και προς επίτευξη ενός καλού επιπέδου ασφάλειας στην εργασία. Ως εκ τούτου, ανάλογα με το είδος της επιχείρησης, οφείλει να λαμβάνει τόσο τα γενικά μέτρα πρόληψης, όπως αυτά που περιγράφονται ανωτέρω, όσο και τα ειδικά μέτρα, που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων και εντοπίζονται σε ειδικά νομοθετήματα.

Σε περίπτωση δε εργατικού ατυχήματος, ο εργοδότης οφείλει :

  • Να το αναγγείλει μέσα σε 24 ώρες (για ατυχήματα στις οικοδομές και τεχνικά έργα) ή 48 ώρες για τα υπόλοιπα, στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας (Τοπική Επιθεώρηση Εργασίας), στον φορέα ασφάλισης και στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής.

  • Να τηρεί ειδικό βιβλίο ατυχημάτων στο οποίο να αναγράφονται η περιγραφή και τα αίτια του ατυχήματος.

  • Να τηρεί κατάλογο των εργατικών ατυχημάτων που είχαν ως συνέπεια για τον εργαζόμενο ανικανότητα εργασίας μεγαλύτερη των τριών εργάσιμων ημερών.

  • Να τηρεί ειδικό βιβλίο καταχώρησης των μετρήσεων και των αποτελεσμάτων ελέγχου του εργασιακού περιβάλλοντος και ιατρικών εξετάσεων.

Να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους, μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους.



Σελίδα 1 από 3


followus 2
fb button  twitter button  youtube icon
logo 4
ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ      ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Copyright © 2014
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ - ΕΡΓΑΤΟΛΟΓΟΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ