ΑΔΕΙΑ ΑΝΕΥ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΕΑΝ ΠΑΡΑΙΤΗΘΩ;
February 2, 2020
ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΣΕ ΕΤΑΙΡΕΙΑ;
February 4, 2020
Share

Της Δικηγόρου, Μαρίας – Άννας Κατσιάδα*.

Η άδεια άνευ αποδοχών δεν προβλέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αλλά στηρίζεται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων σύμφωνα με το άρθρο 361 του ΑΚ, το οποίο αναφέρει: «Ενοχή από σύμβαση. Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικό».

Αποτέλεσμα τούτου, η άδεια αυτή δεν είναι δυνατόν να χορηγηθεί υποχρεωτικά από τον εργοδότη (ΑΠ 751/1987). Η χορήγησή της δε,  γίνεται έπειτα από συμφωνία των μερών εργοδότη – εργαζόμενου. Κατ’ ουσίαν αποτελεί μια συμβατική αναστολή της εργασιακής σύμβασης, κατά τη διάρκεια της οποίας ούτε ο μισθωτός παρέχει υπηρεσίες ούτε ο εργοδότης καταβάλλει αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές. Μετά τη λήξη της αδείας, ο εργαζόμενος υποχρεώνεται να προσφέρει και πάλι τις υπηρεσίες του, ο δε εργοδότης να τις αποδεχτεί. Σε περίπτωση σύμβασης ορισμένου χρόνου, η χορήγηση της άδειας αυτής μπορεί να θεωρηθεί ότι επιφέρει αναστολή λήξης της σύμβασης για ίσο χρόνο, με το χρονικό διάστημα της άδειας. Στην περίπτωση που ο  εργοδότης δεν αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου του, εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.

Γίνεται ωστόσο δεκτό ότι, ο εργοδότης δεν μπορεί εύλογα να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας χωρίς αποδοχές, όταν ο μισθωτός έχει ανάγκη απ΄ αυτή και η αντικατάστασή του στην εργασία δεν είναι δυσχερής. Αντιθέτως, μια τέτοια άρνηση θα παραβίαζε το άρθρο 288 ΑΚ, αποτελώντας κακόπιστη και καταχρηστική συμπεριφορά.

Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο, που να καθορίζει τον αριθμό των ημερών αδείας άνευ αποδοχών. Κατά κανόνα, ο χρόνος της άδειας αυτής είναι προκαθορισμένος, οπότε ο μισθωτός με τη λήξη της οφείλει να επανέλθει στην εργασία του. Μπορεί ωστόσο να συνομολογηθεί και αόριστης διάρκειας, οπότε έκαστο μέρος έχει δικαίωμα καταγγελίας της σχετικής συμφωνίας και ο μεν εργαζόμενος οφείλει να επανέλθει στην εργασία του, ο δε εργοδότης να αποδεχθεί άμεσα την εργασία του.

Επιπλέον, δεν υπάρχουν ιδιαίτερες διατυπώσεις για την χορήγηση της άδειας αυτής, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύεται με στοιχεία, όπως αίτηση των εργαζομένων, έγκριση του εργοδότη ή έγγραφη συμφωνία για τη χορήγηση της άδειας, οικεία κατάσταση προσωπικού, τα οποία θα θέτει στην διάθεση των ελεγκτικών οργάνων ο εργοδότης.

Δεδομένου ότι, η άδεια άνευ αποδοχών αποτελεί αναστολή της εργασιακής σχέσης, καθώς ο εργασιακός δεσμός μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου δεν διακόπτεται (σχέση εργασίας ενεργή), ο χρόνος άδειας άνευ αποδοχών θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας και συνεπώς υπολογίζεται για τον καθορισμό των δικαιωμάτων του μισθωτού που σχετίζονται με την προϋπηρεσία, καθώς και το ποσό της αποζημίωσης λόγω απόλυσης (ΑΠ 1534/1986, ΕΕΔ 1988, σελ. 13, ΑΠ 751/1987, ΔΕΝ 44, σελ. 178). Αντίθετα, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των δώρων Χριστουγέννων ή Πάσχα. Πρέπει να τονισθεί ότι ο μισθωτός δεν δικαιούται αμοιβής ή ασφάλισης κατά την διάρκεια της άδειας (έγγραφο ΙΚΑ Ε40/211/25-6-2008). Τέλος, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης εν μέσω της άδειας άνευ αποδοχών είναι επιτρεπτή.


*Η Μαρία – Άννα Κατσιάδα είναι Δικηγόρος, με εξειδίκευση σε θέματα διοικητικού, ιδίως δημοσιοϋπαλληλικού και πειθαρχικού δικαίου, με μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα του δημοσίου δικαίου και πολιτικής επιστήμης, καθώς και συνεργάτης του Δικηγορικού Γραφείου Γιάννης Καρούζος & Συνεργάτες.