ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΑΝΑΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ

ΑΙΤΗΣΕΙΣ / ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ. ΠΟΙΟΙ ΚΑΙ ΠΟΤΕ;
July 11, 2020
ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝ ΔΕ ΠΡΟΛΑΒΩ ΝΑ ΛΑΒΩ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ, ΕΠΕΙΔΗ ΤΕΛΩ ΣΕ ΑΔΕΙΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ;
July 13, 2020
Share

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Οι διατάξεις που αφορούν στην ετήσια άδεια των εργαζομένων είναι δημοσίας τάξεως. Συνεπώς δεν επιτρέπεται η παραίτηση του εργαζόμενου από τις σχετικές αξιώσεις, ενώ απαγορεύεται και η απόλυσή του κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας.

Η ετήσια άδεια χορηγείται σε συνεννόηση με τον εργοδότη και σε κάθε περίπτωση εντός διμήνου από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον εργαζόμενο. Οι εργοδότες, πάντως, υποχρεούνται να χορηγήσουν την άδεια πριν τη λήξη του ημερολογιακού έτους στο οποίο αυτή αφορά.

Ο εργαζόμενος δικαιούται αναλογία χρόνου ετήσιας άδειας από την έναρξη της απασχόλησής του σύμφωνα με το εβδομαδιαίο σύστημα εργασίας του (πενθήμερο ή εξαήμερο), χωρίς να απαιτείται να συμπληρώσει συγκεκριμένο διάστημα προϋπηρεσίας.

Το πρώτο ημερολογιακό έτος που προσελήφθη ο εργαζόμενος δικαιούται αναλογία των ημερών αδείας σύμφωνα με τους μήνες απασχόλησής του, η οποία υπολογίζεται στη βάση των 20 εργασίμων ημερών για όσους εργάζονται πενθήμερο και των 24 για όσους εργάζονται εξαήμερο.

Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, αφού ο εργαζόμενος συμπληρώσει δωδεκάμηνη εργασία, δικαιούται άδεια 21 ημερών (πενθήμερη εργασία) και 25 ημερών (εξαήμερη εργασία). Για το τρίτο και τα επόμενα εργασιακά έτη ο εργαζόμενος δικαιούται από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους την κανονική ετήσια άδειά του, δηλαδή 22 ημέρες (πενθήμερη εργασία) και 26 ημέρες (εξαήμερη εργασία).

Μετά τη συμπλήρωση 10 ετών εργασίας στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσίας 12 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη ο εργαζόμενος δικαιούται άδεια 25 εργασίμων ημερών (πενθήμερη εργασία) και 30 εργασίμων ημερών (εξαήμερη εργασία). Μετά την συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας σε οποιοδήποτε εργοδότη οι εργαζόμενοι δικαιούνται μία επιπλέον ημέρα αδείας, δηλαδή 26 ημέρες (πενθήμερη εργασία) και 31 μέρες (εξαήμερη εργασία).

Στις ημέρες της ετήσιας άδειας υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Ο βασικός κανόνας είναι ότι η ετήσια άδεια χορηγείται συνεχόμενα και για το σύνολο των ημερών που δικαιούται ο εργαζόμενος ανάλογα με την προϋπηρεσία του.

Επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του ίδιου ημερολογιακού έτους σε δύο περιόδους. Η πρώτη περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των 6 εργασίμων ημερών σε εξαήμερη εβδομαδιαία εργασία και των 5 σε πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία.

Μετά από έγγραφη αίτηση του εργαζόμενου η κατάτμηση του χρόνου αδείας επιτρέπεται και σε περισσότερες των δύο περιόδους, από τις οποίες η μία πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον 12 εργάσιμες ημέρες σε εξαήμερη εβδομαδιαία εργασία και 10 σε πενθήμερη.

Ο μισθωτός που θεμελιώνει δικαίωμα κανονικής άδειας αναψυχής δικαιούται να λάβει και το επίδομα άδειας, το οποίο αποτελεί τακτικές αποδοχές του και υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο που υπολογίζονται και οι αποδοχές άδειας.

Το επίδομα άδειας ισούται με το σύνολο των πράγματι καταβαλλόμενων τακτικών συνήθων αποδοχών της άδειας, με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές 15 ημερών γι’ αυτούς που αμείβονται με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών γι’ αυτούς που αμείβονται με ημερομίσθιο.

Το αντίστοιχο επίδομα άδειας προκαταβάλλεται κατά τη λήψη της άδειας αναψυχής  ή τμήματος αυτής μαζί με τις αποδοχές αδείας.

Στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν χορηγεί την άδεια που αιτήθηκε ο εργαζόμενος, έως το τέλος του ημερολογιακού έτους, οφείλει να καταβάλει τις αποδοχές του οφειλόμενου χρόνου αδείας με προσαύξηση 100%, συν το επίδομα αδείας.

Σύμφωνα με την κείμενη εργατική νομοθεσία, τα διαστήματα αποχής των μισθωτών από την εργασία τους λόγω βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένειας, καθώς και τα διαστήματα στράτευσης, συμμετοχής σε νόμιμη απεργία ή ανωτέρας βίας, όπως αυτά καθορίζονται από τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες άδειας που δικαιούνται οι εργαζόμενοι.

Ωστόσο, σύμφωνα με την νομολογιακή πρακτική, οι ημέρες απουσίας του μισθωτού από την εργασία του πέραν των ορίων βραχείας ασθένειας μπορούν να συμψηφιστούν με τις ημέρες κανονικής άδειας αναπαύσεως, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμψηφίζονται με τις αποδοχές των ημερών αδείας και του επιδόματος αδείας.

Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι τις ημέρες αδικαιολόγητης απουσίας, όπως και τις ημέρες αποχής από την εργασία λόγω απεργίας όταν η απεργία κηρυχθεί, με τελεσίδικη απόφαση, παράνομη ή καταχρηστική, δικαιούται ο εργοδότης να τις καταλογίσει στις ημέρες αδείας που δικαιούται ο εργαζόμενος, υποχρεούμενος ωστόσο, να του καταβάλει τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο χρόνο άδειας που δικαιούτο, καθώς και το αντίστοιχο επίδομα άδειας.

Κρίνεται κρίσιμο να αναφερθεί ότι, ενόψει του κορωνοϊού, οι ημέρες απουσίας του εργαζομένου λόγω υποχρεωτικής παραμονής του κατ’ οίκον, ως ανήκοντος σε ευπαθή ομάδα, δε πρέπει να καταλογίζονται στις ημέρες κανονικής άδειας που αυτός δικαιούται, αλλά πρέπει να λαμβάνονται ως ημέρες αναρρωτικής άδειας.

Περαιτέρω, οι ημέρες απουσίας του εργαζομένου που προληπτικά παραμένει σε κατ’ οίκον περιορισμό λόγω π.χ. επιστροφής του από το εξωτερικό, ουδόλως πρέπει να συμψηφίζονται με την κανονική άδεια του, τουναντίον, θα πρέπει να προβλεφθεί ειδική προς τούτο άδεια.

ΠΗΓΗ: mononews.gr