Η ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΥΣΗΣ. ΜΕΧΡΙ ΠΟΤΕ ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΤΑΙ;

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΑ ΤΕΣΤ
August 19, 2020
Η ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ
August 20, 2020
Share

Της Δικηγόρου-Δημοσιολόγου, Μαριάννας Κατσιάδα*. 

Αρκετές είναι οι περιπτώσεις,  όπου έχει εκδοθεί πειθαρχική απόφαση οριστικής παύσης δημοσίου υπαλλήλου, και ενώ ο τελευταίος έχει προσφύγει δικαστικά ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η υπόθεση του παραμένει εκκρεμής για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η ανωτέρω κατάσταση δημιουργεί μια συνθήκη αβεβαιότητας του δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος δεν γνωρίζει αν θα παραμείνει στην υπηρεσία του έως ότου κριθεί το βάσιμο της προσφυγής του από το αρμόδιο δικαστήριο, γεγονός που συνδέεται άμεσα και αιτιωδώς με τον εν γένει οικογενειακό του προγραμματισμό, την οικονομική του σταθερότητα και διαβίωση. Έντονος προβληματισμός δημιουργείται λοιπόν αναφορικά με το ζήτημα της αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης αυτής.

Συγκεκριμένα, το πρακτικό και ζωτικής φύσεως ερώτημα που αναφύεται είναι κατά πόσον η Διοίκηση πρέπει να αναμείνει -και για πόσο χρονικό διάστημα- την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, καθώς και σε ποιον βαθμό, εκείνη οφείλει να λύσει την υπαλληλική σχέση παρά το γεγονός ότι επί της νομιμότητας της πειθαρχικής ποινής δεν έχει αποφανθεί ακόμα το αρμόδιο δικαστήριο.

Νέα δυναμική στο παραπάνω πρακτικό ζήτημα, προσέδωσε η πλέον πρόσφατη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με αριθμό 116/2020, η οποία δέχθηκε τα κάτωθι:

Στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 142 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.3528/2007, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 (Υ.Κ.), οριζόταν τα εξής: Στην παράγραφο 4 ότι: «Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, με εξαίρεση τις πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού» και στην παράγραφο 5 ότι: «Στην περίπτωση κατά την οποία έχει ασκηθεί προσφυγή κατά αποφάσεως η οποία επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, η εκδίκαση της προσφυγής γίνεται μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από την άσκησή της, άλλως η πειθαρχική απόφαση εκτελείται από την οικεία υπηρεσία ή το Ν.Π.Δ.Δ., κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 144 του παρόντος». Η ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 5 περί εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης σε περίπτωση μη εκδίκασης της προσφυγής στην οριζόμενη σε αυτήν προθεσμία, δεν διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την αντικατάσταση του άρθρου 142 του Υ.Κ. με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012. Αντίθετα, η διάταξη περί αναστολής εκτέλεσης της πειθαρχικής ποινής λόγω της προθεσμίας και της άσκησης προσφυγής κατά της πειθαρχικής απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης διατηρήθηκε και τέθηκε στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, που ισχύει ως ανωτέρω εκτίθεται. Στην παράγραφο 6 του άρθρου 142 του Υ.Κ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του άρθρου 142 του Υ.Κ. με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012 ορίζεται ότι: «Σε κάθε περίπτωση, η εκδίκαση της προσφυγής από το Συμβούλιο της Επικρατείας ή από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο γίνεται μέσα σε οκτώ (8) μήνες από την περιέλευση της στο οικείο δικαστήριο». Στο άρθρο αυτό δεν υπάρχει πρόβλεψη για την εκτέλεση της ποινής μετά την πάροδο του ανωτέρω διαστήματος. Επί του ζητήματος αυτού, ελλείψει διαφορετικής ειδικής ρύθμισης, εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 144 του Υ.Κ. που ορίζει ότι: «Σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής κατά απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης, η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας». Συνεπώς, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, μετά την πάροδο οκτώ (8) μηνών από την περιέλευση στο Συμβούλιο της Επικρατείας της προσφυγής υπαλλήλου κατά πειθαρχικής απόφασης που του επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης, χωρίς την εκδίκασή της, διατηρείται η αναστολή εκτέλεσής της και η υπηρεσία ούτε υποχρεούται ούτε δύναται να εκτελέσει την ποινή της οριστικής παύσης (ΝΣΚ 237/2016).

Επομένως, η Διοίκηση δεν υποχρεούται ούτε δύναται να εκτελέσει την επιβληθείσα σε βάρος υπαλλήλου ποινή της οριστικής παύσης, στην περίπτωση που από την περιέλευση της προσφυγής του υπαλλήλου στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με την οποία στρέφεται κατά της πειθαρχικής απόφασης που του επιβάλλει την ποινή (η εκτέλεση της οποίας έχει ανασταλεί σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου α΄ της παρ. 5 του άρθρου 142 του Υ.Κ., όπως το ανωτέρω άρθρο έχει αντικατασταθεί με τις διατάξεις του άρθρου δευτέρου του ν. 4057/2012 έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα χωρίς αυτή να εκδικασθεί, αλλά οφείλει να αναμένει τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 144 του Υ.Κ., ως ισχύει.


*Η Μαριάννα Κατσιάδα είναι Δικηγόρος, με εξειδίκευση σε θέματα διοικητικού, ιδίως δημοσιοϋπαλληλικού και πειθαρχικού δικαίου, με μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα του δημοσίου δικαίου και πολιτικής επιστήμης, καθώς και συνεργάτης του Δικηγορικού Γραφείου Γιάννης Καρούζος & Συνεργάτες.