ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΥΠΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΣΕ DRUG TEST ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΕΤΑΙ!

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΑΝΑΣΤΟΛΩΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
January 19, 2021
ΤΙ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΤΟΣ ΕΔΡΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ;
January 19, 2021
Share

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά (βλ. ΜΕφΠειρ 595/2020), σύμφωνα με την οποία, θαλαμηπόλος, κατά παράβαση της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων, αναγκάστηκε να υποβληθεί σε αιματολογικό έλεγχο ανίχνευσης φαρμακευτικών ουσιών, με εντολή της εργοδότριας εφοπλιστικής εταιρίας.

Κατ’ αρχάς, η εργοδότρια εταιρία, είχε νόμιμη υποχρέωση να υποβάλει την εργαζόμενη σε απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, για να εκδοθεί το αναγκαίο, για την εκτέλεση της εργασιακής σύμβασης, πιστοποιητικό ναυτολόγησης. Το τελευταίο,  αποδεικνύει την καταλληλότητα ενός εργαζομένου προς παροχή ναυτικής εργασίας. Κατά κατάχρηση όμως, της ανωτέρω υποχρέωσης,  έδωσε την εντολή στην συνεργαζόμενη κλινική, για τη διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων, που δεν προβλέπονταν στο νόμο. Συγκεκριμένα, με αφορμή τις ανωτέρω προβλεπόμενες εκ του νόμου ιατρικές εξετάσεις, η εργοδότρια αιτήθηκε και την πραγματοποίηση εξετάσεων ανίχνευσης τυχόν φαρμακευτικών ουσιών (drug test). Τα αποτελέσματα, λοιπόν, φανέρωσαν τη λήψη φαρμάκων προς αντιμετώπιση ψυχικής νόσου, γεγονός που οδήγησε στην παράνομη απόλυσή της, όπως επιβεβαίωσε και ο δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας, τον οποίο διήλθε η υπόθεση.

Παρατηρείται ότι ο Ν. 4078/2012, με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας 2006 της Δ.Ο.Ε.,  πράγματι προβλέπει ότι είναι υποχρεωτικές ορισμένες ιατρικές εξετάσεις, προκειμένου να κριθεί ότι ο εργαζόμενος είναι, από ιατρικής άποψης, ικανός προς παροχή ναυτικής εργασίας. Δεν ορίζει, όμως, ότι πρέπει να διενεργηθεί καμία άλλη εξέταση και για κανέναν άλλο λόγο. Έτσι, ένα πρόσθετο τεστ ανίχνευσης φαρμακευτικών ουσιών αποτελεί δυσμενές μέτρο που δεν προβλέπεται στο νόμο. Επίσης, πρόκειται για επενέργεια στο ανθρώπινο σώμα, πρόσβαση στο ιατρικό ιστορικό του εργαζομένου και επεξεργασία ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου, η οποία διενεργήθηκε χωρίς την τήρηση όσων ορίζει το άρθρο 4, του ισχύοντος τότε, Ν. 2472/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006 («Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»).

Πιο αναλυτικά, «ένα δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να συλλέγεται…για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς, να είναι σαφές και πρόσφορο, και όχι περισσότερο από όσο κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας (παρ.2)» σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας. Άλλωστε, ορίζεται ότι «Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του». Αξίζει, επιπλέον, να αναφερθεί ότι το δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων κατοχυρώνεται συνταγματικά ( άρ. 9Α Σ) και τριτενεργεί, δηλαδή ισχύει και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες αφορά.

Το δικαστήριο φυσικά δικαίωσε την εργαζόμενη και έκρινε ότι η ανίχνευση φαρμακευτικών ουσιών είναι παράνομη, γιατί περιορίζει αφόρητα και αναιτιολόγητα τα συνταγματικής κατοχύρωσης δικαιώματα στην ιδιωτική ζωή και στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Ως περαιτέρω συνέπεια, κρίθηκε ότι η απόλυση της εργαζόμενης είναι καταχρηστική, δηλαδή η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (281 ΑΚ, 25 παρ.3 Σ). Καταλήγοντας στις παραπάνω παραδοχές, το αρμόδιο δικαστήριο επιδίκασε υπέρ της εργαζομένης αποζημίωση απόλυσης, ενώ επιπλέον καταδίκασε την εργοδότρια σε καταβολή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της. Ειδικά, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έγινε γνωστή υπό συνθήκες προσβλητικές της προσωπικότητάς της κατά τρόπο που τη μείωσε και εξέθεσε στους συναδέλφους της.