ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗΣ ΕΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΤΟΣ ΤΗΛΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η ΑΔΕΙΑ ΝΟΣΗΣΗΣ COVID-19 ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΤΟΥ e-ΕΦΚΑ
March 20, 2022
ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΣΤΟ ΕΠΙΔΟΜΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ: Η ΝΕΑ Κ.Υ.Α.
March 21, 2022
Share

Προσφάτως ν. 4808/2021, στο πλαίσιο της ρύθμισης της τηλεργασίας, εισήγαγε για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη το δικαίωμα αποσύνδεσης ( άρθρο 67§10).

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Πρόκειται για ένα δικαίωμα που κερδίζει συνεχώς έδαφος σε διεθνές επίπεδο ( Right to Disconnect, Droit de la déconnexion, Recht auf Nichterreichbarkeit). Μάλιστα, ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου στις 21-01-2021 τάχθηκε υπέρ της καθιέρωσης του δικαιώματος, καλώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προετοιμάσει Οδηγία επί του θέματος.

Συνοπτικά, το δικαίωμα αποσύνδεσης όπως καθιερώνεται από τον Έλληνα νομοθέτη συνίσταται στο δικαίωμα του τηλεργαζόμενου να απέχει πλήρως από την εργασία του μετά το πέρας του ωραρίου, απέχοντας ιδίως από ψηφιακή επικοινωνία με τον εργοδότη, με συναδέλφους ή με πελάτες μέσω τηλεφώνου, e-mail ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Το ίδιο ισχύει και για τις ημέρες κατά τις οποίες ο τηλεργαζόμενος λείπει σε άδεια. Επιπλέον, απαγορεύεται ρητώς κάθε δυσμενής μεταχείριση του τηλεργαζόμενου που ασκεί το δικαίωμα αποσύνδεσης. Τα τεχνικά και οργανωτικά μέσα που απαιτούνται για την εξασφάλιση της αποσύνδεσης του τηλεργαζόμενου αποτελούν υποχρεωτικούς όρους της σύμβασης τηλεργασίας και συμφωνούνται μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων στην επιχείρηση. Ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, τα μέσα αυτά καθορίζονται από τον εργοδότη μονομερώς και γνωστοποιούνται στο σύνολο του προσωπικού. Ακόμη, η §12 του άρθρου 67 προβλέπει έκδοση προεδρικού διατάγματος μετά από πρόταση του Υπουργού Εργασίας και γνώμη της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών και της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, το οποίο, μεταξύ άλλων, θα ορίζει τα ελάχιστα τεχνικά και οργανωτικά μέσα εξασφάλισης του δικαιώματος αποσύνδεσης.

Όπως γίνεται αντιληπτό, ο νομοθέτης επέλεξε να υιοθετήσει μια μάλλον απόλυτη εκδοχή του δικαιώματος αποσύνδεσης, με την σκέψη ότι το τελευταίο συνδέεται άρρηκτα με τα υπερνομοθετικά προστατευόμενα έννομα αγαθά της υγείας και της ιδιωτικής ζωής των εργαζομένων. Ωστόσο, έχει διατυπωθεί η ερμηνευτική άποψη ότι το δικαίωμα αυτό αναφέρεται μόνο στην κύρια συμβατική υποχρέωση του τηλεργαζόμενου για παροχή εργασίας και όχι για παρεπόμενες συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν π.χ. ο εργοδότης επιθυμεί να συνεννοηθεί για κάποια αλλαγή βάρδιας, δε θεωρείται, σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, πως παραβιάζεται το δικαίωμα της αποσύνδεσης. Σε κάθε περίπτωση, ο εργοδότης θα πρέπει μόνο σε περίπτωση επείγουσας και εξαιρετικής ανάγκης να προβαίνει σε επικοινωνία με τον τηλεργαζόμενο μετά το πέρας του ωραρίου του και θα πρέπει να γίνει δεκτό πως εν αμφιβολία υπερισχύει το δικαίωμα της αποσύνδεσης.

Τι ισχύει για την παραδοσιακή εργασία;

Ένας προβληματισμός που γεννήθηκε σε διάφορους νομικούς κύκλους με την ψήφιση της διάταξης είναι για ποιον λόγο να περιορίζεται το εν λόγω δικαίωμα μόνο στην τηλεργασία. Άραγε δε συντρέχουν οι ίδιοι επιτακτικοί λόγοι προστασίας της υγείας του εργαζόμενου και στην παραδοσιακή εργασία; Άραγε δεν πρέπει να γίνει και εδώ σεβαστό το ωράριο του εργαζόμενου;

Έχει προβληθεί η ερμηνευτική άποψη ότι το δικαίωμα αποσύνδεσης του άρθρου 67 είναι επιδεκτικό διασταλτικής ερμηνείας, ώστε να εφαρμόζεται και στην κανονική εργασία, εκ του λόγου ότι η ιδιωτική ζωή του εργαζόμενου αποτελεί ένα ιδιαίτερα σπουδαίο έννομο αγαθό, στη σφαίρα του οποίου δεν μπορεί να επεμβαίνει άνευ σπουδαίου λόγου ο εργοδότης. Τον σπουδαίο αυτό λόγο και άρα την δυνατότητα απόκλισης από τον κανόνα του δικαιώματος αποσύνδεσης προσφέρει το άρθρο 659 του ΑΚ, που προβλέπει την υποχρέωση του εργαζόμενου να προσφέρει πρόσθετη χρονικά εργασία, όταν αυτή είναι δυνατή και επιβεβλημένη από την καλή πίστη. Πρακτικά, θα πρόκειται για περιπτώσεις επείγουσας και έκτακτης ανάγκης εργασίας, η οποία δεν επιδέχεται αναβολή[1]. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή ενισχύεται και από την αρχή της σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας, ως πλέον συνάδουσα με την αρχή της ισότητας ( Σ4§1), αφού υπό την αντίθετη εκδοχή, ο νόμος θα επεφύλασσε άνιση μεταχείριση σε δύο κατηγορίες εργαζόμενων άνευ αποχρώντος λόγου διαφοροποίησης.

Καταληκτικά, διαπιστώνεται πως το δικαίωμα της αποσύνδεσης μπορεί να θεωρηθεί ήδη κατά το ισχύον δίκαιο ότι εφαρμόζεται σε κάθε μορφής εργασία. Βεβαίως, μια νομοθετική παρέμβαση θα μπορούσε να εξασφαλίσει μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, υπενθυμίζεται πως έχει δρομολογηθεί και η έκδοση σχετικής Οδηγίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία θα επιχειρήσει να εδραιώσει πληρέστερα το δικαίωμα της αποσύνδεσης.

[1] Βλ. Λαδά σε «Το Δίκαιον της Εκμεταλλεύσεως», εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2021, σελ. 51

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο pim.gr (περιοδικό “Συνεργασία”)