ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ: ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΡΜΟΣΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΑΙΤΙΑ ΑΠΟΛΥΣΗΣ; – ΤΙ ΕΚΡΙΝΕ Ο ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ

ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΚΑΡΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
July 1, 2022
ΨΗΦΙΑΚΗ ΚΑΡΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: ΑΝΟΙΓΕΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΑΥΤΟΜΑΤΗ» ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΩΝ
July 2, 2022
ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΚΑΡΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
July 1, 2022
ΨΗΦΙΑΚΗ ΚΑΡΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: ΑΝΟΙΓΕΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΑΥΤΟΜΑΤΗ» ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΔΕΔΟΥΛΕΥΜΕΝΩΝ
July 2, 2022
Share

Η απόλυση ως δικαίωμα του εργοδότη πρέπει να χρησιμοποιείται ως έσχατη λύση, όταν όλα τα υπόλοιπα -ηπιότερα- μέτρα δεν είναι ικανά να επιτύχουν την αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης.

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου με αριθμό 102/2022, ο εργαζόμενος που επέδειξε μεμονωμένο περιστατικό ανάρμοστης συμπεριφοράς δεν δύναται να οδηγηθεί αντανακλαστικά στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργαζομένου, που ενεπλάκη πρώτη και μοναδική φορά σε περιστατικό ανάρμοστης συμπεριφοράς προς συνάδελφό, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας. Στην υπό κρίση περίπτωση, εκτιμήθηκαν κυρίως τα εξής: Η μακρόχρονη απασχόληση του εργαζόμενου, που ξεπερνούσε τη δεκαετία στην ίδια επιχείρηση, η άριστη προηγούμενη συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους και προϊσταμένους του, η ανυπαρξία, όμοιου προσβλητικού περιεχομένου, συμβάντος κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης.

Καταρχήν, η καταγγελία έχει αναιτιώδη χαρακτήρα, δηλαδή δεν απαιτείται να δικαιολογείται από τον εργοδότη. Τούτο δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν ελέγχεται ως προς την καταχρηστική άσκησή της, ήτοι ως προς το εάν είναι σύμφωνη με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.

Ο εργοδότης οφείλει, προτού καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας με τον εργαζόμενο που προέβη στην ανάρμοστη συμπεριφορά, να προσφύγει σε ηπιότερα μέτρα προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της εξομάλυνσης της συνεργασίας όλων των πλευρών. Τέτοια μέτρα θα μπορούσαν να είναι η επίπληξη, το πρόστιμο ακόμη και η υποχρεωτική θέση σε αργία άνευ αποδοχών, αναλόγως της απαξίας που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του εργαζομένου.

Η προσφυγή σε ηπιότερα μέτρα ισχύει έτι περαιτέρω στις περιπτώσεις που ο εσωτερικός κανονισμός εργασίας προβλέπει ρητά πειθαρχικές ποινές σε σχετικό κεφάλαιο περί πειθαρχικών κυρώσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή του μέτρου που επιβάλλεται στον εργαζόμενο θα πρέπει, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, να είναι πρόσφορη και κατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού της εξομάλυνσης των συνθηκών εργασίας και να μην ξεπερνά την αναγκαία αυστηρότητα. Άρα, μεταξύ πολλών πρόσφορων και κατάλληλων μέτρων πρέπει να επιλέγεται το ηπιότερο για τον εργαζόμενο, λαμβανομένων υπόψη και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της εκάστοτε εργασιακής σχέσης, της ποιότητας της συνεργασίας των μερών και της εν γένει συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Στην προκείμενη υπόθεση, εργαζόμενη κατήγγειλε στον εργοδότη της ότι συνάδελφος της προέβη σε άσεμνη χειρονομία παρουσία μάλιστα τρίτων προσώπων. Το καταγγελλόμενο περιστατικό αποτέλεσε την αιτία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εν λόγω εργαζομένου. Ωστόσο έγινε δεκτό ότι δεδομένης της προηγηθείσας πολυετούς συνεργασίας των δύο μερών από την ίδια εργασιακή θέση ευθύνης, η εργοδότρια επιχείρηση θα μπορούσε, εκτός από την επιβολή πειθαρχικής ποινής, να συνεχίσει την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, έστω και υπό διαφοροποιημένους όρους, εντός πάντοτε του πλαισίου της σύμβασης. Να σημειωθεί δε ότι συνεκτιμήθηκε και η σχέση οικειότητας που είχαν αναπτύξει οι δύο εργαζόμενοι (καταγγέλλουσα και καταγγελλόμενος) καθ’ όλα τα έτη συνεργασίας τους.

Η απόλυση ως δικαίωμα του εργοδότη πρέπει να χρησιμοποιείται ως έσχατη λύση, όταν όλα τα υπόλοιπα -ηπιότερα- μέτρα δεν είναι ικανά να επιτύχουν την αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης. Ισχυρή απόδειξη ότι τα ηπιότερα μέτρα δεν είναι ικανά προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού είναι η επιβολή τους από τον εργοδότη σε προγενέστερο χρόνο και η αποτυχία εξομάλυνσης της κατάστασης.

Εάν ο εργοδότης επιλέξει να ασκήσει απευθείας το δικαίωμα καταγγελίας, χωρίς προηγουμένως να έχει επιβάλλει κάποιο ηπιότερο μέτρο, το οποίο ήταν δυνατόν να υλοποιήσει τον επιδιωκόμενο σκοπό, τότε η απόλυση είναι άκυρη ως καταχρηστική. Σε κάθε περίπτωση όμως, δέον όπως αξιολογείται η σοβαρότητα και η βαρύτητα του καταγγελλόμενου περιστατικού, καθώς και  οι συνθήκες που εκείνο έλαβε χώρα. Ο εργοδότης, που οφείλει να κινείται στα όρια της νομιμότητας πρέπει να εξαντλήσει την καλή πίστη, στοχεύοντας στην προστασία και αποκατάσταση του καταγγέλλοντος εργαζόμενου και στην θωράκιση της εργασιακής ειρήνης, λαμβάνοντας αποτελεσματικά πλην όμως τα ηπιότερα δυνατά μέτρα. Έτσι, σε παρόμοιες περιπτώσεις προκρίνεται η μετακίνηση του καταγγελλόμενου σε άλλο τμήμα ή διεύθυνση, ως μέτρο αποσυμφόρησης της έντασης. Η καταφυγή στην καταγγελία της σύμβασης θα συμβεί όταν τα ηπιότερα μέτρα έχουν εξαντληθεί ή με βάση τη βαρύτητα του περιστατικού είναι αναποτελεσματικά.

ΠΗΓΗ: dikastiko.gr