Η Ελλάδα και η φορολογική σφήνα – Το πρόβλημα του μη μισθολογικού κόστους

Η Δανία προσφεύγει στο Δικαστήριο της Ε.Ε. κατά της Oδηγίας για τον κατώτατο μισθό
January 25, 2023
Απαλλάσσονται οι εργαζόμενοι και ο εργοδότης απο τις υποχρεώσεις τους σε περίπτωση ακραίων καιρικών συνθηκών, όπως έντονες καιρικές χιονοπτώσεις;
January 26, 2023
Share

Το μη μισθολογικό κόστος της μισθωτής εργασίας είναι στην Ελλάδα διαχρονικά σημαντικά υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου και ακόμα περισσότερο του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ.

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα της Eurostat που αφορούν όμως στο 2021 – όταν είχε ήδη εφαρμοστεί η μεγάλη μείωση των τριών ποσοστιαίων μονάδων αλλά όχι η επιπλέον μείωση του 0,5 π.μ. – δείχνουν πως το μη μισθολογικό κόστος στην επιχειρηματική οικονομία ως ποσοστό του συνολικού κόστους εργασίας ήταν στην Ελλάδα (25,5%) πάνω από το μέσο όρο  των χωρών της ζώνης του Ευρώ (24,6%), ενώ παρέμεινε ψηλότερο από τα προ – κρίσης επίπεδα (23,3% το 2008). Παράλληλα, άλλες χώρες της περιφέρειας είχαν χαμηλότερο μερίδιο του μη μισθολογικού κόστους στο σύνολο του κόστους εργασίας στην επιχειρηματική οικονομία (Πορτογαλία: 20,7%, Ιρλανδία: 7,9%) από ότι η Ελλάδα.

Οι μειώσεις των εισφορών που νομοθετήθηκαν τα τελευταία χρόνια, συνολικού ύψους 4,4 ποσοστιαίων μονάδων, αλλά και η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης από φέτος βοηθά στην απομείωση της λεγόμενης «φορολογικής σφήνας». Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΕΛΙΑΜΕΠ που επικαλείται στοιχεία της Eurostat, το δεύτερο τρίμηνο του 2022 η ονομαστική αύξηση του μη μισθολογικού κόστους ανά ώρα στην Ευρωζώνη σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του προηγούμενου έτους ήταν 3,8%. Στις περισσότερες χώρες τις Ευρωζώνης υπήρξε άνοδος του μη μισθολογικού κόστους. Αντίθετα, στην περίπτωση της Ελλάδας το ονομαστικό μη μισθολογικό κόστος ανά ώρα εργασίας μειώθηκε σημαντικά (-6,4%). Οι ερευνητές του ΕΛΙΑΜΕΠ αποδίδουν τη μείωση αυτή του μη μισθολογικού κόστους στα μέτρα μείωσης εργοδοτικών εισφορών που έχει λάβει η κυβέρνηση την τελευταία διετία.

Αντίστοιχα, ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του taxing wages 2022, κατέληξε λίγο πολύ σε ένα αντίστοιχο συμπέρασμα: Η φορολογική σφήνα μειώθηκε κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες στην Ελλάδα, λόγω των μειώσεων τόσο στη φορολογία εισοδήματος όσο και των ασφαλιστικών εισφορών που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια.

Στην Ελλάδα ο μισθός ενός μέσου εργαζομένου, μετά από φόρους και παροχές, φτάνει στο 77,6% του ακαθάριστου μισθού του, σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ που είναι 75,4%. Ειδικότερα, η φορολογική σφήνα για τον μέσο εργαζόμενο μειώθηκε από 38,9% το 2020 σε 36,7% το 2021, όταν η μέση φορολογική σφήνα του ΟΟΣΑ το 2021 ήταν 34,6%.

Το 2021, η Ελλάδα είχε τη 19η υψηλότερη φορολογική σφήνα μεταξύ των 38 χωρών μελών του ΟΟΣΑ, σε σύγκριση με την 17η το 2020.

Όπως επισημαίνει το ΙΟΒΕ, τόσο η υψηλή φορολογία της εργασίας, όσο και το επίπεδο των ασφαλιστικών εισφορών, επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα κόστους της ελληνικής παραγωγής, ενώ δρουν ως αντικίνητρο για επίσημη εργασία. Στον αντίποδα, το ποσοστό των άτυπων εργασιακών σχέσεων ήταν και παραμένει υψηλό.

Σε αυτό το περιβάλλον μια νέα μείωση ασφαλιστικών εισφορών, την οποία έχει «φωτογραφίσει» η κυβέρνηση ως νέο μέτρο που βρίσκεται στο τραπέζι για την επόμενη περίοδο, φαίνεται σχεδόν απαραίτητη. Από το πακέτο των 5 ποσοστιαίων μονάδων που είχε υποσχεθεί ως περικοπή στο πακέτο των ασφαλιστικών εισφορών η ΝΔ στο προεκλογικό της πρόγραμμα το 2019 απομένουν 0,6 μονάδες, τις οποίες, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, δεν αποκλείεται να δούμε από φέτος ως μέτρο συνοδευτικό στην αύξηση του κατώτατου μισθού. Πολλοί κάνουν λόγο και για νέο πακέτο μείωσης εισφορών που θα δούμε προεκλογικά να μπαίνει στο τραπέζι ως πλάνο για τα επόμενα χρόνια.

Καθώς η περίοδος που ξεκινά με το 2023 θα είναι μια περίοδος υψηλής έντασης στο μέτωπο των μισθών, το πρόβλημα του μη μισθολογικού κόστους επανέρχεται δριμύτερα στο προσκήνιο.

Σε κάθε περίπτωση, η πορεία μείωσης της φορολογικής σφήνας που έχει ήδη ξεκινήσει πρέπει να συνεχιστεί, καθώς βοηθά και τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους και τελικά συνδράμει στην αναπτυξιακή τροχιά της χώρας.