Τι είναι η άκυρη σύμβαση εργασίας – πώς λύνεται – τι συμβαίνει αν εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας υποστεί εργατικό ατύχημα;

Ποια δικαιώματα έχει ο μισθωτός σε περίπτωση μη καταβολής δεδουλευμένου μισθού;
June 19, 2024
Η εξαήμερη εργασία από 1/7: Τι ισχύει
June 20, 2024
Ποια δικαιώματα έχει ο μισθωτός σε περίπτωση μη καταβολής δεδουλευμένου μισθού;
June 19, 2024
Η εξαήμερη εργασία από 1/7: Τι ισχύει
June 20, 2024
Share

Για να είναι έγκυρη η κατάρτιση μιας σύμβασης εργασίας απαιτείται να συντρέχουν οι όροι που ισχύουν για την κατάρτιση οποιασδήποτε σύμβασης κατά τους γενικούς κανόνες που αφορούν τη σύναψη και το κύρος των δικαιοπραξιών (άρ. 127 επ. ΑΚ).

Έτσι, λόγοι ακυρότητας μιας σύμβασης εργασίας μπορεί να αποτελέσουν κυρίως η έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΑΚ 130), η μη τήρηση του επιβαλλόμενου από το νόμο τύπου (ΑΚ 158),  η μη νόμιμη εκπροσώπηση εκ μέρους του εργοδότη, η αντίθεση σε απαγορευτική διάταξη νόμου (ΑΚ 174) ή στα χρηστά ήθη (ΑΚ 178, 179). Ομοίως, μια σύμβαση εργασίας, όπως κάθε δικαιοπραξία, μπορεί να είναι ακυρώσιμη εάν είναι προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής (ΑΚ 140, 147 και 150).

Μια σύμβαση εργασίας αποτελεί μια διαρκή σύμβαση με έντονο προσωπικό χαρακτήρα, από την οποία δημιουργείται μια πραγματική κατάσταση, δηλαδή η σχέση εργασίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερης προστασίας χρήζει το πρόσωπο που παρέχει την εξαρτημένη εργασία, δηλαδή ο εργαζόμενος. Οι προστατευτικές ρυθμίσεις του εργατικού δικαίου, άλλωστε, σε αυτό αποσκοπούν. Για τους προαναφερθέντες λόγους, έχει διαμορφωθεί η αρχή ότι μια άκυρη σύμβαση εργασίας, για όσο λειτούργησε, αντιμετωπίζεται ως έγκυρη, συνεπώς η ακυρότητα δεν ενεργεί αναδρομικά αλλά μόνο για το μέλλον. Ο εργαζόμενος, λοιπόν, δεν χρειάζεται να επικαλεστεί τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αλλά δικαιούται ευθέως βάσει της σύμβασής του, να αξιώσει το συμφωνημένο μισθό. Άρα, για όσο διάστημα λειτούργησε η σύμβαση, τα μέρη έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχαν αν αυτή ήταν έγκυρη.

Στην περίπτωση όμως δεδουλευμένων αποδοχών, ο τρόπος διεκδίκησης αυτών από τον εργαζόμενο διαφοροποιείται. Η ελληνική νομολογία σε πολλά θέματα αντιμετωπίζει την άκυρη σύμβαση για όσο διάστημα λειτούργησε ως έγκυρη, ωστόσο διστάζει να υιοθετήσει πλήρως τον κανόνα του περιορισμού των συνεπειών της ακυρότητας, ώστε η ακυρότητα να λειτουργεί μόνο για το μέλλον και όχι αναδρομικά. Στο ζήτημα, επομένως, των οφειλόμενων αποδοχών για την εργασία που παρέσχε ο εργαζόμενος, η αξίωση δεν στηρίζεται στις σχετικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αλλά στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Έτσι ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στο μισθωτό την αμοιβή που θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενό του με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα γάμου, παιδιών και προϋπηρεσίας. Νοείται βέβαια ότι η αμοιβή οφείλεται, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας.

Η άκυρη σύμβαση εργασίας, είναι γεγονός ότι δεν δημιουργεί δέσμευση για το μέλλον και κάθε μέρος μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να θέσει τέλος σε αυτήν. Σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που λύνεται μονομερώς από τον εργοδότη, πρέπει να καταβληθεί από εκείνον η νόμιμη προβλεπόμενη αποζημίωση. Ο Ν.3198/1955, επεκτείνει την προστασία του Ν.2112/1920 και του β.δ 16/18.7.1920 και στις άκυρες συμβάσεις εργασίας. Ειδικά για το ζήτημα της αποζημίωσης, σε επίπεδο Ανωτάτου Ακυρωτικού, έχει κριθεί ότι η επέκταση της ως άνω προστασίας αποσκοπεί «εις την εξασφάλισιν των στοιχειωδών μέσων συντηρήσεως του μισθωτού μέχρις ανευρέσεως υπ’ αυτού νέας εργασίας, συνιστά μέτρον προνοίας, συγγενές προς τα λοιπά τοιαύτα, άτινα, ως αποβλέποντα εις την προστασίαν του εργαζομένου, προσήκουσιν εις αυτόν τόσον εφ’όσον τελεί υπό έγκυρον σύμβασιν εργασίας, όσον και εφ’όσον τελεί υπό απλήν σχέσιν εργασίας».

Στην περίπτωση μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης ή μη τήρησης του έγγραφου τύπου υπάρχει ακυρότητα της καταγγελίας έγκυρης σύμβασης εργασίας. Σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας που δεν τηρούνται οι παραπάνω δύο προϋποθέσεις εγκυρότητας της καταγγελίας, δεν υφίσταται ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά ο εργαζόμενος, απλώς, δύναται να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Ορισμένες μισθολογικές παροχές προβλέπονται ευθέως από ειδικές νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν τη χορήγησή τους ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης. Ο εργαζόμενος, επομένως, έχει αυτοτελή και ευθεία εκ του νόμου αξίωση χωρίς να χρειάζεται να προσφύγει στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στις παροχές αυτές εντάσσονται τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές και τα επιδόματα αδείας, οι προσαυξήσεις για εργασία κατά την Κυριακή και τη νύκτα και παροχές που σχετίζονται με την προστασία της σωματικής και ψυχικής υγείας του εργαζομένου.

Αναφορικά με το ζήτημα των εργατικών ατυχημάτων ο Ν.551/1915 προβλέπει σχετικά με την ευθύνη και την αξίωση αποζημίωσης τα εξής: «ιδρύεται εκ μόνου του λόγου της παθήσεως κατά την εκτέλεσιν προσφερόμενης και μη αποκρουόμενης υπό του εργοδότου ή κυρίου της επιχειρήσεως εργασίας ή ταύτης ένεκεν, ασχέτως προς τας εμφιλοχωρούσας τυχόν εν τη συμβάσει εγασίας και το κύρος αυτής επηρεάζουσας πλημμελείας». Συνεπώς, εργαζόμενος που συνδέεται με τον εργοδότη του με άκυρη σύμβαση εργασίας, σε περίπτωση που υποστεί εργατικό ατύχημα, δικαιούται να αξιώσει την προβλεπόμενη αποζημίωση λόγω της ευθύνης του εργοδότη του.

Δικηγόρος Εργατολόγος