«Ο ύπνος» ως χρόνος εργασίας

Φριχτά δωμάτια διαμονής εργαζομένων. Τα δικαιώματα που έχουν, αν έχουν!!!!
June 26, 2024
Η άδεια αναψυχής: Πότε χορηγείται πότε πληρώνεται. Πότε καταβάλλεται το επίδομα αδείας
June 28, 2024
Φριχτά δωμάτια διαμονής εργαζομένων. Τα δικαιώματα που έχουν, αν έχουν!!!!
June 26, 2024
Η άδεια αναψυχής: Πότε χορηγείται πότε πληρώνεται. Πότε καταβάλλεται το επίδομα αδείας
June 28, 2024
Share

Oι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται εξαρτημένη σχέση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων.

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 651, 653 του Αστικού Κώδικα και 6 Α.Ν. 765/43, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισαγ. Νόμου Α. Κ., καθώς και της νομολογίας των Δικαστηρίων, προκύπτει ότι σύμβαση μισθώσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας,  υπάρχει όταν, κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (εργοδότης – μισθωτός), υποχρεούται ο μισθωτός να παρέχει την εργασία του αυτοπροσώπως στον εργοδότη για ορισμένο ή αόριστο χρόνο έναντι καταβολής μισθού, χωρίς περαιτέρω ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, υποκείμενος κατά την εκτέλεσή της σε νομική και προσωπική εξάρτηση έναντι του εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να καθορίζει τον τόπο, το χρόνο, τον τρόπο και την έκταση της παροχής της, μέσα στα νόμιμα ή συμβατικά πλαίσια,  κατά τρόπο δεσμευτικό για τον μισθωτό, δίνοντας σ’ αυτόν τις αναγκαίες για τον σκοπό αυτό εντολές και οδηγίες τις οποίες είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί και εκτελεί, όπως και με το δικαίωμα να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση συμμόρφωσης του μισθωτού προς αυτές και της επιμέρους εν γένει εκτέλεσης της εργασίας που του ανατέθηκε. Κύριος λοιπόν σκοπός της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας είναι η παροχή εργασίας αυτή καθ’ αυτή και σε αυτή καθ’ αυτή αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι. (Απ. Αρ. Πάγου 9/2023, Ολ. Α.Π. 28/2005, Α.Π. 953/2020

Ένα από τα βασικά στοιχεία της  σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, είναι η έννοια του χρόνου εργασίας.

Η έννοια αυτή  οριοθετείται από την διάταξη του  άρθρου 2 του Π.Δ. 88/1999 όπως αυτό ενσωμάτωσε στην εθνική έννομη τάξη την Οδηγία 93/104/ΕΚ ( πλέον κωδικοποιημένη 2003/88/ΕΕ). Σύμφωνα με την διάταξη αυτή:

“Ως χρόνος εργασίας ορίζεται κάθε περίοδος κατά την διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντα του, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε περίοδο εργαζομένων.”

 Ετοιμότητα εργασίας

Τόσο από τη θεωρία όσο και από την νομολογία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων έχει γίνει δεκτό (κατ’ ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 648-652, 657-663, 666-667, 669 και 671 του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις ου Ν. 3239/55 (ήδη 1876/90) και του ΝΔ 3755/57) ότι κατά κανόνα η εργασιακή σχέση προϋποθέτει ενεργή ή θετική παροχή πνευματικής ή σωματικής ανθρώπινης δραστηριότητας, για την επίτευξη από τον εργαζόμενο κάποιου οικονομικού αποτελέσματος.

Ωστόσο υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασία και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του μισθωτού, με την υποχρέωση παραμονής του στον καθορισμένο από τον εργοδότη τόπο και χρόνο, για να είναι έτοιμος να δράσει ενεργώς, αν παραστεί ανάγκη. Στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για σχέση ετοιμότητας για εργασία.

Η σχέση ετοιμότητας για εργασία διακρίνεται, ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητας, σε δύο κύριες κατηγορίες: στη γνήσια ετοιμότητα για εργασία ή ετοιμότητα εγρήγορσης και στην απλή ετοιμότητα για εργασία ή ετοιμότητα κλήσης. Γνήσια ετοιμότητα για εργασία υφίσταται όταν ο μισθωτός υποχρεούται να τηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, παραμένοντας είτε στο χώρο της επιχειρήσεως είτε σε ορισμένο άλλο χώρο, εκ του οποίου καλούμενος έχει τη δυνατότητα να προσέλθει στο χώρο εργασίας, για τη χρησιμοποίησή του από τον εργοδότη του στις καθορισμένες, για κάθε περίπτωση, ώρες. Σ’ αυτή τη μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει  απασχόληση, ανεξάρτητα από το αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας και έτσι η ετοιμότητα αυτή εξομοιώνεται πλήρως με την κανονική εργασία, γιατί εκτός από τη δέσμευση της προσωπικής ελευθερίας για χάρη ενός άλλου προσώπου υπάρχει και πλήρης εγρήγορση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού. Έτσι στη γνήσια ετοιμότητα για εργασία εφαρμόζονται όλοι οι κανόνες του εργατικού δικαίου. (Απ. 938/2015  Α.Π).

Απλή ετοιμότητα για εργασία υφίσταται όταν ο μισθωτός, βάσει  συμφωνίας με τον εργοδότη του, υποχρεούται να περιορίσει την προσωπική του ελευθερία υπέρ του τελευταίου, παραμένοντας σε ορισμένο τόπο και χρόνο, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένος να τελεί «σε εγρήγορση» διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση ώστε να είναι στη διάθεση του εργοδότη σε κάθε στιγμή. Και στην περίπτωση της απλής ετοιμότητας για εργασία υφίσταται σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά γίνεται δεκτό από τη νομολογία ότι δεν εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εκτός βέβαια αντίθετης συμφωνίας, Γι` αυτό και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες, αλλά οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε ή, άλλως, ο συνηθισμένος μισθός. παρά μόνο για τις περιπτώσεις που θα υπάρξει πραγματική εργασία ή λόγω ειδικών περιστάσεων αναγκασθεί ο μισθωτός να έχει σε εγρήγορση τις δυνάμεις του.

Η ύπαρξη  ετοιμότητας προς εργασία καθώς και το είδος της (γνήσια ή απλή),δεν προβλέπεται από νομοθετικές ρυθμίσεις αλλά ανήκει στην δικαιοδοτική κρίση των Δικαστηρίων (Ολ.Α.Π. 10/2009, Α.Π. 1238/2022, Α.Π. 22/2018 κ.λ.π.)

Πράγματι τα Ελληνικά πολιτικά Δικαστήρια κρίνοντας με βάση τα πραγματικά περιστατικά, αποφάνθηκαν, με πληθώρα αποφάσεων για το είδος της ετοιμότητας εργασίας, θέτοντας κριτήρια που θεμελίωναν την ύπαρξη γνήσιας ή απλής ετοιμότητας.

Σύμφωνα με την ελληνική νομολογία σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασία έχει κριθεί, ενδεικτικά,  ότι βρίσκεται:

-ο πυροσβέστης αεροδρομίου και ο νοσοκόμος αθλητικών εγκαταστάσεων, οι οποίοι παραμένουν στις εγκαταστάσεις του εργοδότη και σε εγρήγορση προκειμένου να παρέχουν την εργασία τους σε κάθε στιγμή που προκύπτει ανάγκη,

-ο νυχτοφύλακας επιχειρήσεως, όταν παραμένει σε εγρήγορση, κάνει έλεγχο περιφερόμενος γύρω από την περίφραξη των εγκαταστάσεων, χτυπάει κάθε ώρα το ρολόι και εμποδίζει την είσοδο κάθε ξένου στους χώρους της επιχειρήσεως, (ΑΠ 1234/1990).κ.λ.π.

Αντιθέτως, παραδείγματα απλής ετοιμότητας προς εργασία στην ελληνική νομολογία αποτελούν ενδεικτικά:

– ο νυχτοφύλακας εργοστασίου ή λατομείου, ο οποίος ήλεγχε μεν κατά την έναρξη της απασχολήσεως τους χώρους της επιχείρησης, κατόπιν, όμως, αποσυρόταν σε ειδικώς κατασκευασμένο φυλάκιο όπου κοιμόταν (ΑΠ 1208/1995)

– η νοσοκόμα ή ο ιατρός παθολογικού τμήματος, οι οποίοι κατά τις νύκτες της εφημερίας τους διέμεναν στο νοσοκομείο, κοιμώμενοι, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους μόνο όταν παρίστατο ανάγκη, (ΕφΑθ 3436/1971 ,  ΕφΑθ 3172/1973).κ.λ.π.

Κοινοτικό Δίκαιο και νομολογία του Δικαστηρίου της Ε.Ε (ΔΕΕ).

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω η Οδηγία 2003/88/ΕΕ όπως αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο( π.δ. 88/99 και 76/2005) προσδιορίζει την έννοια του χρόνου εργασίας. Η οδηγία , όντας υπερεθνικό δίκαιο, υπερισχύει κάθε αντίθετης δυσμενέστερης εθνικής διάταξης ( άρ. 28 του Συντάγματος).

Το Δικαστήριο της Ε.Ε. δε χρησιμοποιεί τον όρο ετοιμότητα προς εργασία, αφού αυτός δε συναντάται στην ενωσιακή νομοθεσία, αλλά αναφέρεται μόνο στις έννοιες «χρόνος εργασίας» και «χρόνος ανάπαυσης» τις οποίες, μάλιστα, θεωρεί αλληλοαποκλειόμενες.

Κατά το Δικαστήριο, επομένως, η Οδηγία 2003/88/ΕΚ δεν προβλέπει γκρίζες περιόδους μεταξύ χρόνου εργασίας και χρόνου ανάπαυσης, αλλά στηρίζεται σε ένα δίπολο κατά το οποίο ό,τι δεν αποτελεί χρόνο εργασίας αποτελεί αντίστροφα χρόνο ανάπαυσης. Παρ’ όλα αυτά, εφόσον η ενωσιακή νομολογία ασχολείται ουσιαστικά με το ίδιο ζήτημα με το οποίο καταπιάνονται και τα ελληνικά δικαστήρια, μια σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του δικαίου επιβάλλει στα Κράτη- Μέλη να προσαρμοστούν σε αυτή τη νομολογία.

Θεμελιώδεις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ε.Κ. και της Ε.Ε. για την ετοιμότητα εργασίας:

Η απόφαση Simap (C-303/98).

Το ΔΕΕ κλήθηκε να αποφανθεί επί προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούσαν την ερμηνεία της Οδηγίας 89/391/ΕΟΚ και της Οδηγίας 93/104/Ε.Κ.( νυν  2003/88) επί διαφοράς μεταξύ του σωματείου των ιατρών πρώτης βοήθειας του Ισπανικού Δημοσίου και Υπουργείο Υγείας και Καταναλωτών της Κυβέρνησης της Βαλένθια και αφορούσε την ερμηνεία εθνικής σχετικής διάταξης που προέβλεπε ότι δεν  λαμβάνεται, υπόψη ο χρόνος των εφημεριών για τον υπολογισμό των χρονικών ορίων εργασίας του προσωπικού των ομάδων πρώτων βοηθειών.

Το Δικαστήριο της Ε.Ε. ερμηνεύοντας το ενωσιακό δίκαιο απεφάνθη ότι όλες οι εφημερίες που πραγματοποιούν οι ιατροί των ομάδων πρώτων βοηθειών υπό το καθεστώς της φυσικής παρουσίας τους στο κέντρο υγείας πρέπει να θεωρούνται ως χρόνος εργασίας και ενδεχομένως ως υπερωριακή απασχόληση υπό την έννοια της οδηγίας 93/104, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας. Επομένως, κατά το ΔΕΕ, ο χρόνος στον οποίο ο μισθωτός παραμένει σε χώρο που έχει υποδείξει ο εργοδότης προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του όταν του ζητηθεί αποτελεί σε κάθε περίπτωση χρόνο εργασίας, σύμφωνα με την Οδηγία, ανεξαρτήτως του βαθμού εγρήγορσης των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων του εργαζομένου. Αντίθετα, όμως, το Δικαστήριο έκρινε ότι μόνο ο χρόνος της φυσικής παρουσίας των ιατρών αποτελεί χρόνο εργασίας και αντιδιέστειλε αυτόν με το χρόνο που οι ιατροί βρίσκονται απλά σε καθεστώς που τους δίνει τη δυνατότητα  συνεχώς επικοινωνίας μαζί τους, αλλά δεν τους επιβάλλει τη σωματική τους παρουσία στο χώρο εργασίας, ο οποίος (χρόνος) και δεν πρέπει να θεωρείται χρόνος εργασίας.

Η απόφαση Jaeger (C-151/02)

Σε παρόμοια υπόθεση μεταξύ του N. Jaeger, βοηθού ιατρού στο νοσοκομείο του Δήμου Kiel, ο οποίος, πέραν από το κανονικό του ωράριο, το οποίο ανερχόταν στις 29 περίπου ώρες εβδομαδιαίως, έπρεπε να πραγματοποιεί μετά το πέρας του ωραρίου του, 16 ώρες εφημεριών εβδομαδιαίως, κατά τη διάρκεια των οποίων είχε τη δυνατότητα να κοιμάται, υποχρεούμενος να παρέχει την εργασία του μόνο όταν παραστεί ανάγκη, το ΔΕΕ δεν απείχε πολύ από την υπόθεση Simap. Η διαφοροποίηση της απόφασης  Jaeger έγκειται στο ότι και η απλή ετοιμότητα προς εργασία («Bereitschaftdienst») πρέπει να θεωρείται ως χρόνος εργασίας, με την έννοια ότι αυτό που ενδιαφέρει για τον χαρακτηρισμό ενός διαστήματος ως χρόνου εργασίας δεν είναι η ένταση μιας δραστηριότητας, αλλά απλά και μόνο η διαθεσιμότητα και η δέσμευση του εργαζομένου να βρίσκεται στις εγκαταστάσεις του εργοδότη, έστω και εάν κοιμάται κατά το χρόνο αυτό.

Οι δύο αποφάσεις του ΔΕΕ καθώς και μεταγενέστερες έθεσαν βασικά κριτήρια για την έννοια της ετοιμότητας και την εφαρμογή όλων των προστατευτικών  ρυθμίσεων της Ευρ. Νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας ( αναπαύσεις, ανώτατα όρια απασχόλησης κ.λ.π.).

Αυτό έγινε εμφανές στο χώρο της δημόσιας  υγείας στην Ελλάδα  και στην ανάγκη θεσμοθέτησης νομικού πλαισίου για να εξασφαλιστούν οι αναγκαίες περίοδοι ανάπαυσης για τους ιατρούς, ανεξάρτητα από την επιπλέον αμοιβή που λαμβάνουν για το χρόνο ετοιμότητας- εφημερίας ( Απόφαση ΔΕΕ C-180/14).

Διαφορές ελληνικής νομολογίας και νομολογίας του ΔΕΕ για την ετοιμότητα εργασίας

Όπως εμφαίνεται από τις σχετικές αποφάσεις, ενώ η ελληνική νομολογία χρησιμοποιεί ως κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ενός διαστήματος ως χρόνου εργασίας την ύπαρξη ή μη εγρήγορσης του εργαζομένου, το ΔΕΕ θέτει ως κριτήριο την απλή σωματική του παρουσία στο χώρο της εργασίας του ή σε χώρο καθορισμένο από τον εργοδότη.

Επομένως, κατά την ερμηνεία του ΔΕΕ, ο χρόνος στον οποίο ο εργαζόμενος βρίσκεται σε χώρο που καθορίζει ο εργοδότης, περιμένοντας σχετικές εντολές και υποδείξεις προκειμένου να παρέχει εργασία, συνιστά σε κάθε περίπτωση χρόνο εργασίας σύμφωνα με την Οδηγία 2003/88/ΕΚ, ανεξαρτήτως του εάν υπάρχει εγρήγορση ή όχι των σωματικών και πνευματικών του δυνάμεων. Έτσι, η αντιμετώπιση της απλής ετοιμότητας από την ελληνική νομολογία, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ο χρόνος αυτός να μη συνυπολογίζεται στα χρονικά όρια εργασίας που δεν πρέπει να υπερβαίνει ένας εργοδότης, προσκρούει στο ενωσιακό δίκαιο.

Πάντως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ελληνική νομολογία αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο για καθαρά νομοτεχνικούς λόγους και όχι λόγω αντίθεσής της στο πνεύμα της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ.

Εν κατακλείδι

Οι συμβάσεις ετοιμότητας για συγκεκριμένες δραστηριότητες και κλάδους επιχειρήσεων αποτελούν μια απτή ανάγκη. Σε πολλές επιχειρήσεις εξάλλου λειτουργούν ήδη και παράγουν θετικά αποτελέσματα τόσο για τις ίδιες, όσο και για τους εργαζόμενους.

Η νομιμότητα της σύναψής τους δεν αμφισβητείται.

Το ρυθμιστικό τους πλαίσιο, εντούτοις, καθορίζεται μόνον νομολογιακά και όχι νομοθετικά. Το δεδομένο αυτό οδηγεί, κατ’ αναπόφευκτη συνέπεια, σε ανασφάλεια δικαίου, επηρεάζοντας τους εργαζόμενους και ιδιαιτέρως τις επιχειρήσεις.

Τέλος, οι αποφάσεις για τις συμβάσεις ετοιμότητας θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες συγκεκριμένων κλάδων και επιχειρήσεων, τις αυξημένες ανάγκες τους να διαθέτουν εργαζόμενους σε ετοιμότητα σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα ή/και για συγκεκριμένες δραστηριότητες, τις δυνατότητες της ψηφιακής τεχνολογίας και την πραγματικότητα που αυτή διαμορφώνει, αλλά και την προστασία των εργαζομένων.