Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου
Πολλοί εργοδότες αναρωτιούνται εάν στα πλαίσια της πρόσληψης έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν αντίγραφο του ποινικού μητρώου από τους υποψηφίους εργαζομένους. Η απορία αυτή είναι εύλογη, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη το κλίμα εμπιστοσύνης που χρειάζεται να επικρατεί μεταξύ εργοδότη-εργαζομένου, ιδίως όταν ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μία θέση ευθύνης.
Σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εκδίδονται δύο τύποι αντιγράφου ποινικού μητρώου: αυτό της δικαστικής χρήσης και αυτό της γενικής χρήσης.
Στο αντίγραφο δικαστικής χρήσης καταχωρίζεται το περιεχόμενο όλων των δελτίων ποινικού μητρώου εκτός από εκείνα που έχουν παύσει να ισχύουν· τέτοιο αντίγραφο δε, χορηγείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες αναγράφει περιοριστικά ο νόμος. Μία τέτοια περίπτωση είναι και ο διορισμός δικαστικών λειτουργών, εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, οργάνων των Σωμάτων Ασφαλείας και των υποψηφίων για την εισαγωγή στις παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας· κατά τον διορισμό των επαγγελμάτων αυτών χορηγείται απευθείας αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης στην αρμόδια υπηρεσία.
Αντίστοιχα, στο αντίγραφο γενικής χρήσης καταχωρίζεται το περιεχόμενο όλων των δελτίων ποινικού μητρώου, εκτός από εκείνα που αναγράφουν: α) χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή ποινή φυλάκισης έως έξι μήνες, μετά την πάροδο τριών ετών, β) ποινή φυλάκισης πέραν των έξι μηνών ή ποινή περιορισμού σε ψυχιατρικό κατάστημα, μετά την πάροδο οκτώ ετών, γ) κάθειρξη, μετά την πάροδο είκοσι ετών.
Σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (ΓΚΠΠΔ), «Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα … διενεργείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής ή εάν η επεξεργασία επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους, το οποίο προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων.». Δεδομένου του γεγονότος ότι το ελληνικό νομοθέτημα που εφαρμόζει τον Γ.Κ.Π.Π.Δ. (ν. 4624/2019) δεν κάνει λόγο για σχετικό δικαίωμα του εργοδότη να ζητήσει το ποινικό μητρώο εργαζομένου, ο τελευταίος δεν δικαιούται κατ’ αρχήν να ζητάει από τους εργαζομένους κατά την πρόσληψη αντίγραφο του ποινικού τους μητρώου, πόσω μάλλον όταν δεν υφίσταται ουσιώδης λόγος προς τούτο.
Σύμφωνα, βέβαια, με το άρ. 27 ν. 4624/2019, «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων μπορούν να υποβάλλονται σε επεξεργασία για σκοπούς της σύμβασης εργασίας, εφόσον είναι απολύτως απαραίτητο για την απόφαση σύναψης σύμβασης εργασίας ή μετά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας για την εκτέλεσή της.» Ως εκ τούτου, ο εργοδότης θα μπορούσε, για παράδειγμα, να ζητήσει αντίγραφο ποινικού μητρώου από εργαζόμενο που πρόκειται να απασχοληθεί στον τομέα της φύλαξης ανήλικων παιδιών, προκειμένου να βεβαιωθεί ̶ για προφανείς λόγους ασφάλειας ̶ ότι ο υποψήφιος εργαζόμενος δεν έχει τελέσει κάποιο αδίκημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ανηλίκου στο παρελθόν. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, προέχουν τα συμφέροντα των ανηλίκων έναντι του δικαιώματος του εργαζομένου στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων. Σημασία έχει πάντοτε ο επιδιωκόμενος σκοπός· η επεξεργασία αυτών των προσωπικών δεδομένων πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία.

Μάλιστα, στην περίπτωση που χορηγείται αντίγραφο ποινικού μητρώου από εργαζόμενο, με τη συγκατάθεσή του αλλά χωρίς τη συνδρομή του «σπουδαίου λόγου» που αναφέρθηκε παραπάνω, τότε διερευνάται αν η συγκατάθεση αυτή είναι πράγματι προϊόν ελεύθερης βούλησης ή εάν είναι απόρροια της εξάρτησης που χαρακτηρίζει τη σχέση εργοδότη-εργαζομένου. Για τη διερεύνηση αυτής λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις υπό τις οποίες δίδεται η συγκατάθεση του εργαζομένου (π.χ. εάν συνδυάστηκε με την παροχή ευνοϊκότερων ρυθμίσεων για τον εργαζόμενο), καθώς και ο βαθμός της εξάρτησης.
Συνεπώς, ιδίως μετά την εξέλιξη των νέων τεχνολογιών, η ευαισθητοποίηση στον τομέα προστασίας των προσωπικών δεδομένων έχει ενταθεί· το δε ποινικό μητρώο είναι «υπερευαίσθητο» προσωπικό δεδομένο και, όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, η χορήγηση αντιγράφου του δεν μπορεί να απαιτείται αυθαίρετα από τη μεριά του εργοδότη, παρά μόνο για λόγους απολύτως αναγκαίους, που δικαιολογούνται από τη θέση την οποία έχει αναλάβει ή πρόκειται να αναλάβει ο εργαζόμενος.



