Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 212 παρ. 1 Κ.Ε.Δ., οι εργαζόμενοι που απασχολούνται την Κυριακή για χρονικό διάστημα άνω των πέντε (5) ωρών δικαιούνται αναπληρωματική ανάπαυση είκοσι τεσσάρων (24) συνεχόμενων ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η ανάπαυση αυτή αρχίζει από την ώρα λήξης της εργασίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 212 παρ. 3 Κ.Ε.Δ., η κατανομή της εικοσιτετράωρης συνεχούς αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε, ανά περίοδο επτά (7) εβδομάδων, μία από αυτές να συμπίπτει, τουλάχιστον κατά τμήμα ενός οκταώρου, με ημέρα Κυριακή, εκτός εάν τα εφαρμοζόμενα προγράμματα εργασίας εξασφαλίζουν επτά (7) αναπαύσεις σε ημέρα Κυριακή εντός του έτους.
Σε αυτές τις περιπτώσεις έχει ανακύψει ένα πρακτικό ζήτημα κατά την οργάνωση του χρόνου εργασίας των επιχειρήσεων που λειτουργούν νομίμως την Κυριακή:
η υποχρέωση του άρθρου 212 παρ. 3 Κ.Ε.Δ. πρέπει να τηρείται υποχρεωτικά με περιοδική σύμπτωση της ανάπαυσης με Κυριακή ανά επτά εβδομάδες ή αρκεί απλώς η εξασφάλιση επτά Κυριακών ανάπαυσης μέσα στο έτος, ακόμη και αν αυτές χορηγούνται συνεχόμενα;
Τι προκύπτει από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης ;
Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης φαίνεται ότι ο νομοθέτης προβλέπει δύο διαζευκτικές δυνατότητες για τον εργοδότη:
Α) είτε η κατανομή, να γίνεται έτσι ώστε ανά περίοδο επτά εβδομάδων, μία ημέρα αναπληρωματικής ανάπαυσης να συμπίπτει με Κυριακή,
Β) είτε τα εφαρμοζόμενα προγράμματα εργασίας να εξασφαλίζουν επτά ημέρες ανάπαυσης σε ημέρα Κυριακή εντός του έτους.
Το δεύτερο σκέλος της διάταξης δεν απαγορεύει ρητά οι επτά Κυριακές ανάπαυσης να χορηγούνται και συνεχόμενα. Βεβαίως, ένα τέτοιο ενδεχόμενο φαίνεται να απομακρύνεται από τη λογική της περιοδικότητας που αποτυπώνεται στο πρώτο εδάφιο της ρύθμισης και φαίνεται να το καταστρατηγεί.
Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη φαίνεται, ότι ο εργοδότης έχει τις εξής επιλογές:
είτε να κατανέμει υποχρεωτικά τις Κυριακές ανάπαυσης κατά τα περιοδικά διαστήματα του πρώτου εδαφίου,
είτε, εφόσον επιλέξει τη δυνατότητα του δεύτερου εδαφίου, να οργανώνει τις επτά Κυριακές ανάπαυσης με ελεύθερο τρόπο, όπως ο ίδιος επιθυμεί.
Το όριο της ευχέρειας του εργοδότη: η προστατευτική λειτουργία της διάταξης
Παρότι, λοιπόν, η συγκέντρωση επτά συνεχόμενων Κυριακών ανάπαυσης δεν αποκλείεται ρητά από το γράμμα του νόμου, η λύση αυτή δεν παύει να δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς, γιατί φαίνεται ότι καταστρατηγεί τον προστατευτικό σκοπό του πρώτου εδαφίου.
Και αυτό γιατί θα μπορούσε να θεωρηθεί, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, καταχρηστική, καθώς αντιβαίνει στην υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη και στην υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας του εργαζομένου. Ειδικά, όταν έρχεται σε αντίθεση με εύλογα αιτήματα των εργαζομένων για πιο ευρεία κατανομή της κυριακάτικης ανάπαυσης μέσα στο έτος, ενώ ταυτόχρονα η απόρριψη των αιτημάτων αυτών δεν δικαιολογείται από πραγματικές λειτουργικές ανάγκες και δικαιολογημένα συμφέροντα της επιχείρησης.
Συμπερασματικά, η πρόβλεψη στα ετήσια εφαρμοζόμενα προγράμματα εργασίας επτά ημερών ανάπαυσης σε ημέρα Κυριακή κατά επτά συνεχόμενες εβδομάδες δεν φαίνεται να απαγορεύεται ρητά από το γράμμα του νόμου. Ο εργοδότης διατηρεί, κατ’ αρχήν, ευχέρεια στη διαμόρφωση του ετήσιου προγράμματος εργασίας του προσωπικού. Η ασφαλέστερη προσέγγιση ωστόσο, τόσο από νομική όσο και από πρακτική άποψη, είναι η κατανομή των Κυριακών ανάπαυσης με τρόπο που να ανταποκρίνεται όχι μόνο στο γράμμα του νόμου, αλλά και στον προστατευτικό πνεύμα της εργατικής νομοθεσίας.
Δικηγόρος Εργατολόγος



