ΔΟΥΛΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ: ΟΣΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΛΕΡΓΑΣΙΑ

Share

Του Γιάννη Καρούζου*, Δικηγόρου – Εργατολόγου

 

Ενόψει των σύγχρονων κοινωνικών και τεχνολογικών εξελίξεων, η τηλεργασία αποτελεί μία μορφή ευέλικτης (εναλλακτικής) απασχόλησης, η οποία κερδίζει συνεχώς έδαφος, καθώς παρέχει μοναδικές επαγγελματικές ευκαιρίες, καταρρίπτοντας τα όρια του χώρου.

 

Η τηλεργασία είναι μια μορφή εργασίας που εξυπηρετεί, όχι μόνο τις ανάγκες της επιχείρησης, αλλά και τις ανάγκες ομάδων προσώπων, αφού είναι προφανές ότι επιτρέπει σε εργαζόμενους με οικογενειακές υποχρεώσεις ή με φυσικές αδυναμίες, όπως άτομα με ειδικές ανάγκες, τα οποία δεν μπορούν εύκολα να μετακινηθούν, να απασχολούνται τηλεματικώς σε εργασίες που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν.

Εξάλλου, με τη χρησιμοποίηση της τηλεργασίας όχι μόνο ο εργαζόμενος εξοικονομεί χρόνο -τις περισσότερες φορές απλήρωτο- που καταναλίσκει για την μετακίνηση από την κατοικία του προς και από το συνήθως απομακρυσμένο τόπο εργασίας του, αλλά και απαλλάσσεται από μια μεγάλη κούραση και νευρική επιβάρυνση που δημιουργεί η καθημερινή αυτή μετακίνηση ιδίως σε συνθήκες μεγαλούπολης. Σε τί ακριβώς, όμως, συνίσταται η τηλεργασία;

Τον ορισμό δίνει η Ευρωπαϊκή Συμφωνία-Πλαίσιο 2002 και η ΕΓΣΣΕ 2006, κατά τις οποίες, «τηλεργασία είναι μια μορφή οργάνωσης ή/και εκτέλεσης της εργασίας, με τη χρήση τεχνολογιών της πληροφορίας, στο πλαίσιο μίας σύμβασης ή μιας σχέσης εργασίας, όπου η εργασία, θα μπορούσε επίσης να πραγματοποιηθεί στις εγκαταστάσεις του εργοδότη, διενεργείται εκτός αυτών των εγκαταστάσεων κατά τακτικό (συστηματικό) τρόπο».

Στην ελληνική νομοθεσία, η σχετική με την τηλεργασία πρόβλεψη περιορίζεται στον Νόμο 3846/2010, και ειδικότερα στο άρθρο 1 αυτού, όπου ορίζεται ότι «η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), Τηλεργασίας, κατ` οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες».

Περαιτέρω, στο άρθρο 5 του ίδιου νόμου, προβλέπονται οι εργοδοτικές υποχρεώσεις, οι οποίες συνοψίζονται στα εξής: ∙ Υποχρέωση παράδοσης εγγράφως στον εργαζόμενο, εντός οκτώ (8) ημερών, του συνόλου των πληροφοριών που αναφέρονται στην εκτέλεση της εργασίας και ειδικότερα ως προς την ιεραρχική σύνδεση με τους προϊσταμένους του στην επιχείρηση, τα λεπτομερή καθήκοντα του, τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, τον τρόπο μέτρησης του χρόνου εργασίας, την αποκατάσταση του κόστους που προκαλείται από την παροχή της (τηλεπικοινωνίες, εξοπλισμός, βλάβες συσκευών κλπ.).

Αν στη σύμβαση περιέχεται συμφωνία για τηλε-ετοιμότητα ορίζονται τα χρονικά της όρια και οι προθεσμίες ανταπόκρισης του μισθωτού.∙ Ανάληψη εκ μέρους του εργοδότη, του κόστους που προκαλείται στον μισθωτό από τη μορφή αυτή εργασίας και ειδικότερα των τηλεπικοινωνιών, καθώς και παροχή στον μισθωτό τεχνικής υποστήριξης για την παροχή της εργασίας του και αποκατάσταση των δαπανών επισκευής των συσκευών που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση της ή των βλαβών. Η υποχρέωση αυτή αφορά και στις συσκευές που ανήκουν στον μισθωτό, εκτός εάν στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται διαφορετικά.

Στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται ο τρόπος χρηματικής αποκατάστασης εκ μέρους του εργοδότη της χρησιμοποίησης του οικιακού χώρου εργασίας του μισθωτού. ∙ Έγγραφη πληροφόρηση του τηλεργαζομένου για το πρόσωπο και για τα στοιχεία επικοινωνίας των εκπροσώπων του προσωπικού στην επιχείρηση, το αργότερο μέσα σε δύο (2) μήνες από την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας. Δέον όπως επισημανθεί ότι, η τηλεργασία αφορά στον τρόπο παροχής της εργασίας και δεν αποτελεί μία άλλου είδους αυτοτελή σύμβαση εργασίας.

Σε περίπτωση λοιπόν, μετατροπής της κανονικής εργασίας σε τηλεργασία, καθορίζεται στη συμφωνία αυτή μια περίοδος προσαρμογής τριών (3) μηνών, κατά την οποία οποιοδήποτε από τα μέρη, μετά από τήρηση προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, μπορεί να θέσει τέλος στην Τηλεργασία και ο μισθωτός να επιστρέψει στην εργασία του σε αντίστοιχη θέση με αυτήν που κατείχε.

Όπως είναι προφανές, η παροχή τηλεργασίας, ιδίως όταν αυτή γίνεται στο σπίτι, δεν είναι εύκολο να μετράται από πλευράς διάρκειας ούτε από πλευράς τοποθέτησής της μέσα στα χρονικά όρια του 24ώρου. Ο έλεγχος του τηλεργαζόμενου από τον εργοδότη ως προς το χρόνο της εργασίας και την εν γένει απόδοσή του, δεν είναι μόνο από τη φύση των πραγμάτων ιδιαίτερα αδύναμος, αλλά μπορεί να μην είναι καν επιθυμητός (ενδεχομένως και από τις δύο πλευρές της εργασιακής σχέσης).Δεν είναι συνεπώς εύκολο να εκτιμηθεί ο χρόνος που απασχολήθηκε ο τηλεργαζόμένος μισθωτός, και να διαπιστωθεί εάν αυτός συμπλήρωσε κάποιο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο, εάν εργάσθηκε νύχτα ή εάν εργάσθηκε Κυριακές ή γιορτές.

Η τηλεργασία πολλές φορές παρουσιάζεται με τη μορφή της μειωμένης απασχόλησης, δηλαδή της απασχόλησης με ημερήσια ή εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας μικρότερη από την κανονική διάρκεια για την οποία οφείλονται και αναλόγως μειωμένες αποδοχές. Ωστόσο, η εκτίμηση του μεγέθους της προσφερόμενης εργασίας (ως υποκατάστατο του χρόνου απασχόλησης ως μεγέθους μέτρησης της εργασίας) μόνο μέσα από μια διαδικασία μέτρησης της ποσότητας ή/ και της ποιότητας του παραγόμενου έργου είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί και με την αποδοχή σχετικών αντιστοίχων χρόνου εργασίας- μεγέθους παραγόμενου έργου.

Τέλος, στις περιπτώσεις που η εργασία δεν είναι ποσοτικά ελέγξιμη, είναι φανερό ότι χρειάζεται ολοκληρωτική μετατροπή των συστημάτων διαχειριστικού ελέγχου αλλά και του συστήματος αμοιβής.

 

Πηγή: www.fpress.gr

 

*Ο Γιάννης Καρούζος είναι δικηγόρος-εργατολόγος. Είναι Απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών και Μεταπτυχιακός Διπλωματούχος της Σχολής Εργατικού και Συνδικαλιστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Τεργέστης στην Ιταλία, με ειδίκευση στο Εργατικό Δίκαιο, Εργασιακές Σχέσεις, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, Δίκαιο Κοινωνικής Ασφάλισης. Έχει πολύχρονη εμπειρία και πείρα συμβουλεύοντας δεκάδες Σωματεία Εργαζομένων και Επιχειρήσεις σε εργασιακά θέματα. Διατέλεσε Σύμβουλος σε τρία Υπουργεία της Ελληνικής Δημοκρατίας και υπήρξε επί έτη ενεργό μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Εργατικού Δικαίου και Κοινωνικής Ασφάλισης. Είναι Μεσολαβήτης, Μέλος του Σώματος Μεσολαβητών του Οργανισμού Μεσολάβησης Διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Υπήρξε επίσης σύμβουλος στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ελλάδος (Ο.Κ.Ε). Δημοσιεύει άρθρα και μελέτες σε νομικά περιοδικά εργατικού δικαίου και εργασιακών σχέσεων και σε εφημερίδες.