Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑΘΕΣΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Share

του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου – Εργατολόγου

Ο τόπος παροχής της εργασίας συνιστά ουσιώδες ζήτημα για κάθε εργαζόμενο.

Συνήθως, οι εργαζόμενοι καθορίζουν θέματα που άπτονται της ιδιωτικής τους ζωής, όπως είναι ο τόπος κατοικίας τους, ανάλογα με τον τόπο εργασίας. Γίνεται λοιπόν, αντιληπτό, ότι μία ενδεχόμενη απόφαση του εργοδότη να μεταθέσει τον μισθωτό, μπορεί αν επιφέρει πολύ σημαντικές συνέπειες στην καθημερινή του ζωή.

Ο τόπος παροχής εργασίας πρέπει να διατυπώνεται με ακρίβεια στη σύμβαση εργασίας.

Προβληματικές θεωρούνται οι συμβάσεις που αναφέρουν αόριστα τον τόπο εργασίας, όπως για παράδειγμα όλη την Αττική ή όλη την επικράτεια.

Καταρχάς, πρέπει να επισημάνουμε ότι, όταν γίνεται λόγος για «μετάθεση» εννοείται η μόνιμη και οριστική αλλαγή του τόπου, όπου ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του. Δεν αρκεί, συνεπώς, η μεταβολή αυτή να είναι πρόσκαιρη.

Η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων τείνει να δέχεται με μεγάλη ευρύτητα τη δυνατότητα του εργοδότη να μεταθέτει τους εργαζόμενους.

Γίνεται δεκτό, λοιπόν, ότι εάν ο εργοδότης διατηρεί περισσότερα υποκαταστήματα σε διαφορετικούς τόπους, τότε έχει το δικαίωμα να μεταθέτει τους μισθωτούς σε οποιοδήποτε από αυτά, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ο αποκλεισμός αυτής της δυνατότητας.

Η άποψη αυτή, διατυπωμένη κατά τόσο γενικό τρόπο, εγείρει εύλογα ερωτήματα σχετικά με την ορθότητά της. Μία τόσο σημαντική αλλαγή, όπως είναι ο τόπος εργασίας, επί παραδείγματι με μετάθεση σε άλλη πόλη ή περιφέρεια, η οποία μάλιστα κατά κανόνα συνεπάγεται και συθέμελη μεταβολή της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του μισθωτού, δεν δύναται να αποτελεί ένα μονομερώς ασκηθέν δικαίωμα του εργοδότη.

Προκειμένου να προστατευτεί το αδύναμο μέρος της εργασιακής σχέσης, ήτοι ο εργαζόμενος, από αυθαίρετες αποφάσεις του εργοδότη σχετικά με τον τόπο παροχής εργασίας, γίνεται δεκτό ότι η δυνατότητα μετάθεσης πρέπει να αποτελεί προϊόν συμφωνίας, ανάμεσα στα μέρη.

Η συμφωνία, βέβαια, αυτή δεν απαιτείται να είναι ρητή, αλλά μπορεί να είναι και σιωπηρή. Κατά μία άποψη, σιωπηρή συμφωνία συνάγεται από το γεγονός, ότι κατά την πρόσληψη του εργαζομένου, ο εργοδότης διατηρούσε ήδη δίκτυο εκμεταλλεύσεων ή υποκαταστημάτων σε διαφορετικές πόλεις και αυτό το γνώριζε ο εργαζόμενος. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από την ατομική σύμβαση εργασίας, θεωρείται ότι ο μισθωτός αποδέχτηκε σιωπηρά το δικαίωμα του εργοδότη να τον μεταθέτει σε άλλη πόλη.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν στην περίπτωση που η μετάθεση αφορά εκμετάλλευση ή υποκατάστημα της ίδιας πόλης ή περιοχής.

Εν προκειμένω, ο εργοδότης δύναται μονομερώς να μεταβάλει τον τόπο εργασίας, υπό την προϋπόθεση βέβαια, ότι δεν θα επηρεαστεί το είδος της παρεχόμενης εργασίας, καθώς και ο μισθός του εργαζομένου.