ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΣΤΟ «ΨΕΜΑ»

Share

του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου – Εργατολόγου

Η σύμβαση εργασίας αποτελεί κατ’ ουσίαν μία συμφωνία ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο. Προκειμένου αυτή να συναφθεί, αλλά και να λειτουργήσει σωστά, πρέπει το κάθε συμβαλλόμενο μέρος να γνωρίζει όλα τα κρίσιμα σχετικά με αυτή στοιχεία. Άλλωστε, η συλλογή πληροφοριών και η ενημέρωση συνιστά σημαντικό παράγοντα για τη λήψη ορθών αποφάσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, γεννήθηκε το δικαίωμα πληροφόρησης, το οποίο έχει μάλιστα συνταγματική θεμελίωση (αρθρ. 5Α Σ). Φορείς του δικαιώματος αυτού είναι τόσο ο εργαζόμενος, όσο και ο εργοδότης. Από την πλευρά του εργαζομένου, υφίσταται ανάγκη πληροφόρησης αυτού σχετικά με τις συνθήκες εργασίας, τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντά του. Από την άλλη πλευρά, ο εργοδότης έχει εύλογο συμφέρον να ενημερωθεί σχετικά με τα προσόντα, τις ικανότητες και ιδιότητες του μισθωτού, προκειμένου να αποφασίσει εάν αυτός είναι κατάλληλος για τη θέση εργασίας.

Βέβαια, το δικαίωμα πληροφόρησης, όπως άλλωστε και κάθε ατομικό δικαίωμα, δεν είναι απεριόριστο. Αντιθέτως, οριοθετείται από έτερα δικαιώματα. Εν προκειμένω, το δικαίωμα πληροφόρησης του εργοδότη αρκετές φορές συγκρούεται με το δικαίωμα της προσωπικότητας και της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης των μισθωτών. Συνεπώς, πρέπει να αναζητείται κάθε φορά η χρυσή τομή, προκειμένου να επιτευχθεί η εναρμονισμένη εφαρμογή τους.

Στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, παρατηρείται έντονα το φαινόμενο, οι εργοδότες να επιχειρούν τη συλλογή και μάλιστα με τη χρήση διαφόρων μέσων, πολλών πληροφοριών σχετικά με το πρόσωπο των υποψηφίων μισθωτών, ακόμη και αν αυτές αποτελούν προσωπικές τους ιδιότητες, μη σχετιζόμενες άμεσα με την θέση εργασίας, καθώς και ευαίσθητα προσωπικά τους δεδομένα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι ερωτήσεις αναφορικά με τη συνδικαλιστική δράση και ιδιότητα, την ύπαρξη εγκυμοσύνης, τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις κ.α.. Οι ερωτήσεις αυτές, εφόσον δεν σχετίζονται άμεσα με τη φύση και τις απαιτήσεις της προσφερόμενης θέσης εργασίας, θεωρούνται απαγορευμένες.

Στις περιπτώσεις αυτές, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να σιωπήσει και συνεπώς να μην απαντήσει στις υποβαλλόμενες ερωτήσεις. Η ενδεχόμενη άρνησή του, όμως αυτή, είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει στην απόρριψή του από τον εργοδότη και στη μη κατάρτιση της σύμβασης εργασίας. Πάντως, πρέπει να επισημάνουμε ότι, εφόσον αποφασίσει να απαντήσει, οφείλει οι πληροφορίες που παρέχει να είναι ειλικρινείς και να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Προκειμένου να μπορέσει να προστατευτεί ο εργαζόμενος από τέτοιου είδους ερωτήσεις, οι οποίες θίγουν την προσωπικότητα του και συνιστούν τροχοπέδη στην κατάρτιση σύμβασης εργασίας, δημιουργήθηκε ένα ιδιαίτερο δικαίωμα του μισθωτού, το «δικαίωμα στο ψέμα».  Το «δικαίωμα στο ψέμα» παρέχει τη δυνατότητα στον εργαζόμενο να απαντήσει ανειλικρινώς σε ερωτήσεις, οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια του δικαιώματος πληροφόρησης του εργοδότη. Μάλιστα, όπως γίνεται δεκτό, η συμπεριφορά αυτή του εργαζόμενου δεν επισύρει καμία δυσμενή συνέπεια, ούτε για τον ίδιο, αλλά ούτε και για το κύρος της συναφθείσας σύμβασης εργασίας. Έτσι λοιπόν, η σύμβαση δεν μπορεί να ακυρωθεί λόγω απάτης ή αθέμιτης παραπλάνησης του άλλου μέρους.