ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ Η ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ;

Share

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

 

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 148 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007)

«Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως.»

               Ωστόσο, η παραίτηση του υπαλλήλου απαγορεύεται στην περίπτωση που έχει ασκηθεί σε βάρος του πειθαρχική δίωξη. Πιο συγκεκριμένα, στην επόμενη παράγραφο του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι «Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί αν κατά την υποβολή της εκκρεμεί ποινική δίωξη για πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στην περ. α` της παρ. 1 του άρθρου 8 ή για κακούργημα ή πειθαρχική δίωξη ενώπιον του υπηρεσιακού συμβουλίου για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή αν η ποινική ή πειθαρχική δίωξη ασκηθεί μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της αίτησης παραίτησης και πριν την αποδοχή της. Στην περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης μετά την υποβολή αίτησης παραίτησης, εφόσον η πειθαρχική υπόθεση δεν εκδικασθεί σε πρώτο βαθμό εντός έξι (6) μηνών, ο υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει νέα αίτηση παραίτησης κατά τους όρους του παρόντος άρθρου.»

               Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, για να ισχύσει η εν λόγω απαγόρευση, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, κατά το χρόνο υποβολής της παραίτησης, οι εξής προϋποθέσεις:

  1. Να έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη. Σημειωτέον ότι, η εντολή για διενέργεια Ένορκής Διοικητικής Εξέτασης, δε συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης.
  2. Να έχει ασκηθεί δίωξη ενώπιον του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Συνεπώς, η πειθαρχική δίωξη ενώπιον του μονομελούς πειθαρχικού οργάνου, δεν αποτελεί λόγο απαγόρευσης παραίτησης.
  3. Να αφορά αποκλειστικά και μόνον παράπτωμα που μπορεί να επισύρει την οριστικής παύσης.

Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, η κατάθεση δήλωσης παραίτησης, είναι, κατά πλάσμα του νόμου, σαν να μην ασκήθηκε ποτέ και δεν επάγεται καμία συνέπεια στην υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου ούτε δημιουργεί καμία υποχρέωση της Διοίκησης. Μάλιστα, η απαγόρευση παραίτησης καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις όπου η πειθαρχική δίωξη έχει ασκηθεί μέσα σε δύο (2) μήνες μετά την υποβολή της παραίτησης και πριν την αποδοχή αυτής.

Μολονότι πρόκειται για περιορισμό που επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος, καθώς αποτρέπεται η υποβολή παραιτήσεως προς αποφυγή πειθαρχικής ποινή, οι προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την αρχή της αναλογικότητας. Τούτο έχει ως συνέπεια, την άρση της απαγόρευσης μετά την πάροδο εξαμήνου από την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, εφόσον παρατείνεται η εκκρεμοδικία (στον πρώτο βαθμό) σε πειθαρχικό επίπεδο.