ΜΕ ΑΡΓΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ Η ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ

Share

Έκρηξη της ευέλικτης εργασίας μετά από 10 χρόνια κρίσης

Υπερδιπλασιασμός των κακοπληρωμένων εργαζομένων.

Έκρηξη των ευέλικτων μορφών απασχόλησης και μείωση της ανεργίας, αλλά με «μη ποιοτικές» και «κακοπληρωμένες» θέσεις εργασίας. Αποθαρρυμένοι και απογοητευμένοι άνεργοι που σταμάτησαν να αναζητούν εργασία. Αργή αποκλιμάκωση της ανεργίας, με την οικονομία να διέρχεται τη λεγόμενη περίοδο της «αναιμικής και άνεργης ανάκαμψης».

Κάθετη πτώση των μισθών – κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης – με αποτέλεσμα τον υπερδιπλασιασμό των «κακοπληρωμένων» εργαζομένων και την εμφάνιση στη χώρα μας του «φαινομένου» των φτωχών εργαζομένων (working poor).

Οι εκθέσεις

Την εικόνα αυτή παρουσιάζει η αγορά εργασίας της Ελλάδας ύστερα από – σχεδόν – δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης (2010-2019). Τα στοιχεία προέρχονται από τις εκθέσεις του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την οικονομία και την απασχόληση, στις οποίες «αναγνωρίζεται μια κάμψη των ποσοστών της ανεργίας τα τελευταία χρόνια», ωστόσο εκτιμάται ότι η πραγματική ανεργία κυμαίνεται σε υψηλότερα ποσοστά – της τάξεως του 25,14% – εφόσον συνυπολογιστούν «η αποθάρρυνση αναζήτησης εργασίας και η αναγκαστική υποαπασχόληση», που μετράται περίπου στα 234.000 άτομα.

Ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ καθηγητής κ. Γ. Αργείτης δεν φαίνεται να συμμερίζεται την αισιοδοξία της κυβέρνησης για ταχεία αποκλιμάκωση των ποσοστών της ανεργίας, εκτιμά ότι υπάρχει μια βελτίωση της εικόνας, ωστόσο «τα ποιοτικά στοιχεία δημιουργούν προβληματισμό».

Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και «παλαιότερη πρόβλεψη» του ομότιμου καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Σ. Ρομπόλη η οποία μιλούσε για «μια αργόσυρτη, μακρά και βασανιστική πορεία επανόδου στα προ της κρίσης ποσοστά της ανεργίας».

Επισφαλείς θέσεις

Η ανεργία τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει κάμψη. Ωστόσο η πλειονότητα των νέων προσλήψεων αφορά θέσεις ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Η ποιότητα των θέσεων εργασίας που προσφέρονται στην αγορά εργασίας αλλά και η προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων απέχουν από το να θεωρούνται ικανοποιητικές, σημειώνει το Ινστιτούτο και αποδίδει τη μείωση του ποσοστού ανεργίας «στη διαρροή νέων στο εξωτερικό, στην υλοποίηση προγραμμάτων απασχόλησης από τον ΟΑΕΔ και στη δημιουργία – επισφαλών και χαμηλής αμοιβής – θέσεων εργασίας από τον ιδιωτικό τομέα».

Ιδιαίτερη σημασία έχει η εκτίμηση του Ινστιτούτου ότι το ποσοστό ανεργίας δεν θα υποχωρήσει κάτω από 10%, «νωρίτερα από το μέσον της δεύτερης πενταετίας του 2020-2030».

Ευέλικτες μορφές απασχόλησης: Κατά τη διάρκεια της κρίσης κυριάρχησαν οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης – η μερική απασχόληση και η εκ περιτροπής εργασία – σε σχέση με την πλήρη απασχόληση.

Οι προσλήψεις με πλήρη απασχόληση υποχώρησαν από 79% το 2009 σε 45% το 2018. Πάνω από το 50% των νέων προσλήψεων την τελευταία πενταετία, 2014-2018, αφορά θέσεις μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας, ενώ από το 2009 μέχρι σήμερα οι μετατροπές των ατομικών συμβάσεων από πλήρους απασχόλησης σε μερικής και εκ περιτροπής εργασία παρουσιάζουν συνολική αύξηση της τάξης του 211,2%.

Μειώσεις μισθών: Την περίοδο της κρίσης (2010-2018) διπλασιάστηκε ο αριθμός των εργαζομένων που αμείβονται με μισθούς κάτω από 1.000 ευρώ, ενώ σχεδόν τετραπλασιάστηκε ο αριθμός όσων λαμβάνουν έως 250 ευρώ. Τα στοιχεία του Ινστιτούτου για την ελληνική οικονομία το 2019 καταδεικνύουν την εξέλιξη των αμοιβών την περίοδο αυτή ενώ αποκαλύπτουν την εκρηκτική αύξηση του αριθμού των εργαζομένων που αναγκάστηκαν να εργάζονται με συνεχώς χαμηλότερες αμοιβές.

Μειώσεις μισθών υπήρξαν και κατά την περίοδο της σημερινής κυβέρνησης (2015-2018), όπως προκύπτει από τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, καθώς 24,5% επιπλέον εργαζόμενοι φαίνεται ότι αμείβονται με μισθούς χαμηλότερους των 1.000 ευρώ σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο.

Μειώσεις έως 28%

Ο μέσος μισθός μειώθηκε κατά 28% (από 1.247 σε 898 ευρώ) την περίοδο από το 2010 μέχρι το 2018, υποδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι οι μειώσεις στους μισθούς την εν λόγω οκταετία ξεπέρασαν το 28%.

Στην έκθεση σημειώνεται ότι η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού σε 650 ευρώ μεικτά ή κατά 10,9% και η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού αντιστοιχούν σε αύξηση 27% για τους νέους κάτω των 25 ετών και αντισταθμίζουν κατά το ήμισυ (50%) την αρχική μισθολογική μείωση των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.

Ωστόσο υπογραμμίζεται ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένεται να έχει θετική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα, καθώς θα συμβάλει στην αύξηση της κατανάλωσης και συνεπώς θα έχει θετικές μακροοικονομικές και αναπτυξιακές επιδράσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία για τις αποδοχές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα τον Ιούνιο του 2018 οι μέσες τακτικές αποδοχές ανέρχονται σε 898,59 ευρώ. Ειδικότερα το 29% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα (696.825 άτομα) είχε σχέση μερικής απασχόλησης με μέσο μισθό 375,53 ευρώ, ενώ το 71% (1.702.675 άτομα) είχε σχέση πλήρους απασχόλησης με μέσο μισθό 1.111,09 ευρώ.

Η κατανομή

Αντίστοιχα, το μέσο ημερομίσθιο ήταν 23,18 ευρώ για τους εργαζομένους μερικής απασχόλησης και 48,61 ευρώ για τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης. Δηλαδή ένας εργαζόμενος μερικής απασχόλησης αμείβεται με λιγότερο από το μισό ανά ώρα εργασίας σε σχέση με έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης.

Μεγάλη σημασία έχει η κατανομή των εργαζομένων σύμφωνα με τις μηνιαίες αποδοχές τους. Συγκεκριμένα, κατά το 2018 το 50% των εργαζομένων (1.127.233 άτομα) λαμβάνει μισθό κάτω από 793 ευρώ, ενώ αντίστοιχα κατά το 2010 ο διάμεσος μισθός ανερχόταν σε 1.140,02, γεγονός που επιβεβαιώνει μια μείωση της τάξης του 30% περίπου στα εισοδήματα των εργαζομένων κατά την περίοδο 2010-2018. Το 2015 ο διάμεσος μισθός ανερχόταν σε 838,35 ευρώ.

Ιδιαίτερα χαμηλές αμοιβές παρατηρούνται στον ιδιωτικό τομέα στο 25,3% των εργαζομένων (571.000 άτομα) που αμείβονται με μισθό κάτω από 500 ευρώ, ενώ μισθό κάτω από 250 ευρώ λαμβάνει το 11,1%, δηλαδή 251.000 άτομα.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν την τεράστια συμπίεση που έχουν υποστεί οι μισθοί των εργαζομένων κατά τα προηγούμενα έτη, αφού ενδεικτικά κατά το 2010 μισθό κάτω από 500 ευρώ ελάμβανε το 11,3% (δηλαδή 205.000 άτομα), ενώ μισθό κάτω από 250 ευρώ ελάμβανε το 3,5% (δηλαδή 64.000 άτομα).


ρεπορτάζ ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΗΣ

πηγή ΤΟ ΒΗΜΑ