Η ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ

Share
Του Γεωργίου Κουτσούκου*, Δικηγόρου εξειδικευμένου στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό δίκαιο

 

Αν και η αρχή της πλήρους ανταποδοτικότητας ασφαλιστικών εισφορών και ασφαλιστικών παροχών δεν είναι συνταγματικώς καθιερωμένη, με αποτέλεσμα να δικαιολογούνται, κατά το δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης, διαφορές μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών ασφαλισμένων, ως προς το ύψος των συντάξεων, η επιβολή χαμηλών ποσοστών αναπλήρωσης, τα οποία τελικώς ευνοούν μάλλον χαμηλόμισθους με λιγότερα έτη ασφάλισης, ενώ παράλληλα αδικούν εκείνους που διατηρούσαν υψηλές αποδοχές, με μεγαλύτερη συγκομιδή ετών έως και 40 έτη ασφάλισης, δημιουργεί καθεστώς ανισορροπίας και συγκρουσιακές σχέσεις ανάμεσα στις αρχές της αναλογικότητας και της ανταποδοτικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, ο καθιερωμένος υπολογισμός, κατά το Ν. 4387/2016, των αποδοχών με βάση τον μέσο όρο του συνόλου του εργασιακού και ασφαλιστικού βίου και όχι με βάση τα καλύτερα εισοδηματικά έτη ασφάλισης του εργασιακού βίου, καθώς και η εσωτερική κατάτμηση των συντελεστών αναπλήρωσης, συνηγορούν στη διαμόρφωση χαμηλότερου επιπέδου συντελεστών αναπλήρωσης και συντάξεων, παρά το ύψος των αποδοχών και τα αυξημένα έτη ασφάλισης. Σήµερα η αναπλήρωση στη 15ετία µόνο για το τµήµα της ανταποδοτικής είναι στο 11,55%, στην 20ετία στο 15,87%, στην 25ετία στο 20,68%, στην 30ετία στο 26,37%, στην 35ετία στο 33,81% και στην 40ετία στο 42,80%. Η κλιµάκωση των ποσοστών αναπλήρωσης ξεκινά από 0,77% ετησίως για την πρώτη 15ετία και κορυφώνεται στο 2% ετησίως για 40ετία και άνω. Για παράδειγµα, µε συντάξιµες αποδοχές 1.500 ευρώ και 39 χρόνια ασφάλισης, η ανταποδοτική σύνταξη σήµερα είναι 612 ευρώ. Με µια αύξηση της αναπλήρωσης κατά δύο ποσοστιαίες µονάδες, η ανταποδοτική σύνταξη διαµορφώνεται περίπου στα 642 ευρώ.

Τον τελευταίο καιρό έχει καταγραφεί από την πλευρά του Υπουργείου Εργασίας η πρόθεση να αντιμετωπιστεί η υπο-αποδοτικότητα των συντάξεων με αναλογικότερους και δικαιότερους συντελεστές αναπλήρωσης. Ειδικότερα, εξετάζονται τουλάχιστον δύο πιθανές εκδοχές, που ήδη άρχισαν να συζητούνται σε υπηρεσιακό, αλλά και επιτελικό επίπεδο. Η πρώτη είναι να αυξηθούν οι συντελεστές υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης οριζόντια από το 28ο έτος ασφάλισης και πάνω κατά 5%, 8% ή 10%. Η δεύτερη είναι να αλλάξουν μεν οι συντελεστές, αλλά με βαθμιαία μεγαλύτερη αύξηση για όσους έχουν από 35 ή 37 έτη εργασίας και πάνω, ώστε να επιβραβεύονται με καλύτερη σύνταξη, λόγω παραμονής τους στην εργασία και καταβολής μεγαλύτερων εισφορών. Σε αυτή την περίπτωση, τα οφέλη περιορίζονται κατεξοχήν για όσους ξεπερνούν τα 35 έτη ασφάλισης και ενδέχεται σε αυτά τα χρόνια (35-42 έτη) η αύξηση των συντελεστών να αποβεί μεγαλύτερη του 10%. Οι αυξήσεις των συντάξεων εκτιμώνται έως και 50 ευρώ, κατά μέσο όρο, για όσους πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν με 35 έτη και με μισθούς από 1.200 ως 1.500 ευρώ, ενώ για όσους έχουν πάνω από 40 έτη και μισθούς 1.800 ευρώ, η αύξηση στη σύνταξη ενδέχεται να φθάσει ως και 80 με 85 ευρώ, κατά μέσο όρο.

Βάσει των ανωτέρω εκτεθέντων, γίνεται προδήλως αντιληπτό ότι εισάγεται ανεπιφύλακτα μεν ένα σημαντικό κίνητρο ασφάλισης και παραμονής στην εργασία για καλύτερη σύνταξη, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί και η καθιέρωση “πέναλτι” (κατά τα ισχύοντα στο παρελθόν) για εκείνους που θα επιλέξουν λύσης πρόωρης/μειωμένης συνταξιοδότησης. Από την άλλη πλευρά, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν, για την επιχειρούμενη και ήδη εξαγγελθείσα νομοθετική μεταβολή, έχει λάβει χώρα η αναγκαία προεργασία, ήτοι η εκπόνηση εμπεριστατωμένων οικονομικών-αναλογιστικών μελετών, οι οποίες έχουν συνεκτιμήσει τις αντοχές και τα οικονομικά περιθώρια των Ταμείων, σε συνδυασμό με τη φερεγγυότητα και την αποτελεσματικότητα των εισφοροεισπρακτικών μηχανισμών. Διότι, η ενισχυμένη ανταποδοτικότητα των συντάξεων είναι μεν ευκταία, αλλά προϋποθέτει απαραιτήτως την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων ή την προγενέστερη κατάρτιση ενός νέου ρεαλιστικού σχεδίου αναδιανομής και διάθεσης των πάσης φύσεως εσόδων του ΕΦΚΑ.  Άλλωστε, κάθε νέα κοινωνικοασφαλιστική μεταρρύθμιση για να μην αποδειχθεί κενή περιεχομένου, αλλά, απεναντίας, να βρίθει ουσίας και καινοτομίας, θα πρέπει να συνοδεύεται από μια τεκμηριωμένη οικονομική/αναλογιστική στρατηγική.

Για τα ερωτήματα σας σχετικά με ασφαλιστικά – συνταξιοδοτικά θέματα

πατήστε εδώ για να συμπληρώσετε την φόρμα.


* Ο Δρ. Γεώργιος Ι. Κουτσούκος είναι Εργατολόγος-Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, με πολυετή εξειδίκευση στο χειρισμό θεμάτων Ασφαλιστικού/Συνταξιοδοτικού δικαίου, με έμφαση στη συμβουλευτική φυσικών προσώπων ως προς τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος στα Ασφαλιστικά Ταμεία και τη διεκπεραίωση της συνταξιοδοτικής τους διαδικασίας, αλλά και στην καθοδήγηση Εταιρειών/Επιχειρήσεων ως προς τη διαχείριση των Ασφαλιστικών θεμάτων του προσωπικού τους.