ΕΞΤΡΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟΛΥΣΗΣ ΓΙΑ ΜΙΣΘΩΤΟΥΣ ΠΟΥ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΣΟΣΤΑ. ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΩΡΙΑ
October 28, 2019
ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΘΕΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ
October 28, 2019
Share

Μισθωτός υπάλληλος κέρδισε 46.799 ευρώ επιπλέον αποζημίωση

καθώς ο ΑΠ δίνει εντολή στον εργοδότη του να υπολογίσει και τα ποσοστά που εισέπραττε επί των πωλήσεών του. 

 

Σημαντική απόφαση για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης των μισθωτών εργαζομένων που αμείβονται με μισθό και ποσοστά επί πωλήσεων εξέδωσε ο Άρειος Πάγος. Σύμφωνα με την απόφαση 491/2019 “η αποζημίωση απόλυσης του μισθωτού που αμείβεται με μισθό και ποσοστά υπολογίζεται αθροιστικά με βάση τις τακτικές αποδοχές (μισθός) του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και του μέσου όρου των αποδοχών σε ποσοστά του τελευταίου πριν από την απόλυση εργασιακού 2μήνου”.

Με αυτή την κρίση στην οποία οδηγήθηκε ο Άρειος Πάγος με αφορμή υπόθεση που βρέθηκε στα δικαστήρια το 2011, το Ανώτατο Δικαστήριο αναιρεί απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Στο σκεπτικό της επίμαχης απόφασης αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι : “μισθό δεν αποτελεί μόνο το πάγιο κατά μήνα ποσό, αλλά και το συμφωνούμενο ποσοστό επί της τιμής πώλησης των πωλουμένων ειδών, είτε από τον ίδιο το μισθωτό (παραγωγό πλασιέ), είτε κατόπιν ενεργειών του (διευθυντή πωλήσεων κ.λπ.), εφόσον βέβαια το άνω ποσοστό (προμήθεια) καταβάλλεται από τον εργοδότη ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό, της προσφερόμενης από το μισθωτό εργασίας”.

Στη συνέχεια οι ανώτατοι δικαστές αναφέρονται στο Βασιλικό Διάταγμα του 1920 και τον σχετικό νόμο του 1955, βάσει του οποίου η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί από τον εργοδότη στον μισθωτό για την έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθορίζεται με βάση τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης και των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. “Ειδικώς δε η αποζημίωση του μισθωτού που αμείβεται με ποσοστά, καθορίζεται από τον νόμο 3198/1955, με βάση το μέσο όρο των αποδοχών αυτού κατά τους δύο τελευταίους μήνες πριν από την καταγγελία της σχέσης εργασίας”.

Στον πρώτο βαθμό της εν λόγω δικαστικής υπόθεσης η αγωγή του υπαλλήλου που προσέφυγε έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκε σε βάρος της εταιρείας ποσό 46.799,34 ευρώ προς συμπλήρωση της αποζημίωσης του υπαλλήλου, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την προώθηση των πωλήσεων της εταιρείας. Η συμπλήρωση της αποζημίωσης έπρεπε να γίνει με βάση τις συμφωνηθείσες αποδοχές του σε ποσοστά επί των πωλήσεων, πλέον του σταθερού μηνιαίως ποσού των αποδοχών του, βάσει του οποίου μόνο υπολογίσθηκε η ως αποζημίωση απόλυσης. Στο εφετείο όμως η απόφαση αυτή αναιρέθηκε και ο εφέτης έκρινε πως η μειωμένη αποζημίωση που υπολογίστηκε μόνο με το μισθό και χωρίς τα ποσοστά ήταν σωστή.
Συνδυάζοντας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, Διεθνών Συμβάσεων και νόμων, οι ανώτατοι δικαστές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι “μισθός είναι κάθε παροχή του εργοδότη προς το μισθωτό, την οποία υποχρεούται ο εργοδότης να χορηγήσει στον μισθωτό ως αντάλλαγμα της εργασίας του. Ο μισθός μπορεί να καθορίζεται με κανόνα δικαίου ή με σύμβαση (ρητή ή σιωπηρά) σε χρονικές περιόδους ή σε μονάδες εργασίας ή σε ποσοστά επί των κερδών ή επί των εισπράξεων, σε χρήμα ή σε είδος, σε βασικό μισθό και σε επιδόματα, να αντιστοιχεί σε τακτική ή έκτακτη εργασία και να παρέχεται από τον εργοδότη ή από τρίτους”.
Στην συγκεκριμένη υπόθεση που έκρινε ο Άρειος Πάγος, η εταιρεία εισαγωγών – εξαγωγών είχε υπογράψει με τον υπάλληλο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάσει την οποία ο υπάλληλος παρείχε την εργασία του ως υπεύθυνος πωλήσεων, με αντικείμενο την προώθηση των προϊόντων της εταιρείας στους πελάτες της με έδρα την Κρήτη. Από την 1η Ιανουαρίου 2004 και εφεξής, ενόψει της επέκτασης της δραστηριότητας της εναγομένης σε ολόκληρη την Ελλάδα, ο ενάγων προήχθη σε διευθυντή πωλήσεων με ειδικότερα καθήκοντα την προώθηση των προϊόντων και στους πελάτες εκτός της Κρήτης. Ως αμοιβή συμφωνήθηκε η καταβολή μισθού σε μηνιαία βάση, πλέον της προμήθειας επί των πωλήσεων. Ο αρχικός μισθός του ενάγοντος ήταν 645,63 ευρώ, συν τα ποσοστά, τα οποία συμφωνήθηκε εγγράφως να λαμβάνει επί των πωλήσεων των προϊόντων και των μηνιαίων εισπράξεων. Από την αρχή του  2009 συμφωνήθηκε προφορικά ο ενάγων να λαμβάνει ανά μήνα, πέραν του μηνιαίου μισθού του – ο οποίος ήταν τότε 1.243,98 ευρώ (μικτά) – και συγκεκριμένα ποσοστά, βάσει των πωλήσεων: π.χ. για πωλήσεις υλικών συσκευασίας 2,5% επί του τζίρου για πελάτες με έδρα την Κρήτη, για πωλήσεις μικρομηχανών και εργαλείων αξίας έως 10.000 ευρώ, ποσοστό 2,5% επί του τζίρου για πελάτες με έδρα την Κρήτη κ.ο.κ.

Το 2008, προκειμένου εταιρεία και υπάλληλος να τύχουν φορολογικών ελαφρύνσεων και απαλλαγών συνεστήθη ετερόρρυθμη εταιρεία στην οποία συμμετείχαν πρόσωπα με τα οποία ο υπάλληλος συνδεόταν με ιδιαίτερες σχέσεις. Η εταιρεία αυτή είχε αντικείμενο όμοιο με αυτό της εναγομένης, συνήψε με την τελευταία σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να προωθεί τα προϊόντα της εναγομένης, αντί ανταλλάγματος, που προσδιορίσθηκε σε ποσοστά επί των πωλήσεων. Όμως, στην πραγματικότητα τις υπηρεσίες τις παρείχε ο ενάγων υπάλληλος και όχι η συσταθείσα ετερόρρυθμη εταιρεία. Ο τελευταίος, και μετά τη σύσταση της εν λόγω εταιρείας, συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη με την αρχική του ιδιότητα, αμειβόμενος με τον αυτό τρόπο (πάγιο μισθό και ποσοστά επί των πωλήσεων). Συνεπώς, συμπεραίνει το δικαστήριο, “η καταβολή της αμοιβής που ο ενάγων δικαιούτο επί των ποσοστών των μηνιαίων πωλήσεων, όχι απευθείας στον ίδιο, αλλά στην ετερόρρυθμη εταιρεία, δεν αναιρεί ούτε το είδος της σχέσης που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη (σχέση εξαρτημένης εργασίας), ούτε τον χαρακτήρα της αμοιβής του (ποσοστά επί των πωλήσεων πέραν του βασικού του μισθού), ως τακτικού και ανελλιπώς καταβαλλομένου σε μηνιαία βάση ανταλλάγματος για την παρεχομένη από τον ενάγοντα εργασία, που είχε καθιερωθεί ως μισθός και μάλιστα κατά πολύ μεγαλύτερος του αντίστοιχου τακτικού μισθού”.

Το 2011 η εταιρεία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Ο ενάγων υπάλληλος είχε τότε συμπληρώσει 10 έτη και 4 μήνες στην εταιρεία.

“Εν όψει δε ότι αμειβόταν με μισθό και ποσοστά η οφειλομένη σ’ αυτόν αποζημίωση απολύσεως θα υπολογισθεί βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα και του μέσου όρου των αποδοχών σε ποσοστά, που εισέπραξε τους τελευταίους δύο μήνες πριν την καταγγελία”.

Με την κρίση αυτή του Αρείου Πάγου ο εν λόγω υπάλληλος δικαιούται αποζημίωση υπολογισμένη με μηνιαίο μισθό πολύ υψηλότερο από τα 1.234,98 που είναι ο μισθός του. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΑΠ για το τελευταίο 2μηνο πριν την απόλυσή του, η μηνιαία βάση υπολογισμού προκύπτει στα 8.545,98 ευρώ εκ των οποίων τα 7.301,91 προκύπτουν από τα ποσοστά των πωλήσεών του. Επειδή όμως οι εν λόγω μηνιαίες αποδοχές ξεπερνούν το όριο του νόμου 3198 του 1955, θα ληφθεί ως βάση υπολογισμού το ποσό των 7.929,60 ευρώ. Επομένως το ποσό της αποζημιώσεως που δικαιούται ο ενάγων ανέρχεται σε 55.507,20 ευρώ [7.929,60 ευρώ Χ 6 μήνες = 47.577,60 + 1/6 για αναλογία δώρων και επιδόματος αδείας (7.929,60 ευρώ)]. Αντίθετα η εναγομένη εταιρεία έλαβε ως βάση για τον καθορισμό της αποζημιώσεως απολύσεως του ενάγοντος μόνο τον πάγιο μισθό του (1.234,98) και κατέβαλε στον ενάγοντα υπάλληλο το ποσό των 8.707,86 ευρώ. Κατά συνέπεια η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τη διαφορά δηλαδή 46.799,34 ευρώ [55.507,20 – 8.707,86].

Δικηγόρος Εργατολόγος