ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ ΑΠΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ – ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΙ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΡΙΤΟΥ ΤΕΚΝΟΥ KΑΙ ΑΝΩ;
October 30, 2019
ΑΥΤΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΗ ΣΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ
October 31, 2019
Share

Της νομικού, Μαρίας – Άννας Κατσιάδα*.

Από την επισκόπηση δε της νομολογίας που αφορά στο ειδικότερο αυτό ζήτημα της αποζημίωσης από παράνομη ζημιογόνο δράση του Δημοσίου και των οργάνων του, προκύπτει, ότι το ιατρικό σφάλμα αποτελεί την πλέον συνήθη περίπτωση αστικής ευθύνης του Δημοσίου νοσοκομείου και αφορά σε σφάλματα του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού κατά την παροχή νοσηλείας στους ασθενείς, ενώ και στην περίπτωση της ευθύνης από ιατρικά σφάλματα, το ζήτημα της υπαιτιότητας είναι αδιάφορο, έστω και αν κατά κανόνα συντρέχει.

Για την στοιχειοθέτηση της αξίωσης του ασθενούς για αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ, απαιτούνται να συντρέχουν σωρευτικά τα εξής: α) ο ιατρός να δρούσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του, β) να προέβη σε παράνομη πράξη ή/και παράλειψη, γ) η οποία αιτιωδώς, δ) να προκάλεσε βλάβη στον ασθενή (υλική ή/και ηθική).

Για τη διερεύνηση του παρανόμου χαρακτήρα της ιατρικής συμπεριφοράς, χρήσιμος καθίσταται ο ορισμός της «ιατρικής πράξης», άλλως του «ιατρικού σφάλματος». Ειδικότερα, ως ιατρική πράξη, ορίζεται η πράξη που συνιστά ή αποσκοπεί στη διάγνωση ή στη θεραπεία αρρώστων ή στη θεραπευτική επέμβαση, ενώ το παράνομο της ιατρικής συμπεριφοράς, δύναται να συνίσταται στην εσφαλμένη διάγνωση της ασθένειας, υπό την έννοια είτε της μη πραγματοποίησης των αναγκαίων και κατάλληλων εξετάσεων, είτε της μη ορθής εκτίμησής τους, στην εσφαλμένη επιλογή της προσήκουσας θεραπευτικής μεθόδου, στην πλημμελή εκτέλεση της ιατρικής πράξης, στην πλημμελή ή μη ενημέρωση του ασθενούς, καθώς και στην πλημμελή τήρηση του ιατρικού αρχείου, από το οποίο ο ασθενής ή ο θεράπων ιατρός του, θα μπορούσε να εξασφαλίσει ακριβείς και πολύτιμες για την υγεία του πρώτου πληροφορίες.

Κατ’ αρχάς, η ευθύνη του ιατρού που εργάζεται σε Δημόσιο νοσοκομείο και η συνεπαγόμενη ευθύνη του εργοδότη του – ΝΠΔΔ κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, δύναται να θεμελιωθεί σε ενέργειες ή παραλείψεις του, που συντελέστηκαν κατά παράβαση των διατάξεων του Κώδικα άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος και ειδικότερα των άρθρων 13 και 24 του μέχρι πρόσφατα ισχύοντος Ν. 1565/193982, αλλά και του ισχύοντος Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας. Με τα νομοθετήματα αυτά, επιβάλλεται στους ιατρούς πάσης ειδικότητας, να ασκούν ευσυνείδητα το επάγγελμά τους και σύμφωνα με τις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ενώ καθορίζονται με γενικό τρόπο, οι αντικειμενικοί όροι παροχής των υπηρεσιών υγείας, με γνώμονα το συμφέρον του ασθενούς και στη βάση του απεριορίστου σεβασμού στην αξία της ανθρώπινης ζωής και της προστασίας του από οποιαδήποτε βλάβη ή κίνδυνο μπορεί να προκληθεί και οφείλεται στην ιατρική δράση. Οι ως άνω διατάξεις, συνιστούν το πλαίσιο της νόμιμης συμπεριφοράς του γιατρού κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων, το οποίο και κατ’ επέκταση προσδιορίζει την παραβατική του ενέργεια.

Εκτός του ιατρικού σφάλματος που συνίσταται σε πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν πλημμελή ή μη τήρηση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης (state of art) εκ μέρους των γιατρών, η προϋπόθεση του παρανόμου που απαιτείται από τα άρθρα 105-106ΕισΝΑΚ, μπορεί να ανευρεθεί και στην αθέτηση θεσμοθετημένης υποχρέωσης. Τέτοιου είδους αθέτηση αποτελεί η παράβαση καθιερωμένης ορισμένης συμπεριφοράς με διοικητική εγκύκλιο ή η μη τήρηση συγκεκριμένης πρακτικής, με αποτέλεσμα ευθύνη του Δημοσίου νοσοκομείου να επισύρουν, τόσο η έλλειψη προσήκουσας προσοχής κατά την άσκηση των ιατρικών-νοσηλευτικών καθηκόντων, όσο και η παράλειψη ενεργειών που προσιδιάζουν σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως προς τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, θεμελιώνουν την ευθύνη του Δημοσίου.

Μορφή αθέτησης μίας τέτοιας υποχρέωσης αποτελεί για παράδειγμα, η υποχρεωτική παρουσία του γιατρού κατά τις ώρες εφημερίας σε συνδυασμό με την παράλειψη μετάβασης του στο νοσοκομείο για την εξέταση περιστατικού που απέληξε σε θάνατο. Νομολογιακά παραδείγματα τέτοιου είδους παραλείψεων αποτελούν η διαπιστωθείσα παράλειψη διενέργειας των επιβαλλόμενων εξετάσεων (ΣτΕ2727/2005) , η πλημμελής μεταχείριση νεφροπαθούς από τις στρατιωτικές-νοσηλευτικές αρχές που παρέλειψαν να του συστήσουν την εισαγωγή σε ειδικό νοσηλευτικό ίδρυμα για την ασφαλή διάγνωση της νόσου (ΣτΕ3102/1999, 926/2009) , η υποβολή σε σκληρές εργασιακές συνθήκες ιατρού του ΕΚΑΒ με πρόσφατο ιατρικό- καρδιολογικό ιστορικό με αποτέλεσμα να υποστεί θανατηφόρο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΣτΕ2818/2005). Άλλες περιπτώσεις θεσμοθετημένων υποχρεώσεων που απασχόλησαν τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, αποτελούν η υποχρέωση για συνεχή παρουσία του αναισθησιολόγου κατά το χρόνο που ο ασθενής υποβάλλεται σε αναισθησία και η απαγόρευση κατά το άρθρο 32 παρ. 2 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας παροχής ιατρικών υπηρεσιών επ’ ανταλλάγματι σε περίπτωση μεταμόσχευσης ιστών ή οργάνων. Επιπρόσθετα, η παράλειψη ελέγχου μεταγγισθέντος αίματος σε χρονική περίοδο κατά την οποία το νοσοκομείο ήταν υποχρεωμένο να πραγματοποιεί σχετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να μολυνθεί ο ασθενής με τον ιό του AIDS και να αποβιώσει (ΣτΕ 1471/2008, 2463/1998 7μ.) , όταν ο ασθενής ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου λόγω της ασθένειάς του (ΣτΕ3457/2003) . Ωστόσο παρά το εύρος των περιπτώσεων ευθύνης ο ίδιος ο ασθενής δεν μπορεί να καθορίζει τους ενδεδειγμένους ιατρικούς χειρισμούς (ΣτΕ330/2009) . Σε κάθε περίπτωση πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά την έρευνα του προσήκοντος της υιοθετηθείσας ιατρικής μεθόδου για να αποφεύγεται το φαινόμενο της «αμυντικής ιατρικής» , το οποίο εμφανίζεται είτε στην επιλογή ιατρικής με χαμηλό κίνδυνο και περιορισμένη αποτελεσματικότητα είτε στην άρνηση ανάληψης επεμβάσεων με υψηλό κίνδυνο αποτυχίας είτε τέλος στην υποβολή του ασθενούς σε πολυάριθμες και δαπανηρές εξετάσεις

Ειδικότερη μορφή θεσμοθετημένης υποχρέωσης του ιατρού, άξια αναφοράς, αποτελεί η υποχρέωση για προηγούμενη ενημέρωση και εξασφάλιση της συναίνεσης του ασθενούς, εφόσον αυτή είναι δυνατή, η αθέτηση της οποίας επισύρει ευθύνη του νοσηλευτικού ιδρύματος κατά τις διατάξεις του ΕισΝΑΚ. Η νομική βάση της ως άνω ευθύνης συνίσταται στα άρθρα 5-10 ΕΣΔΑ για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και τη Βιοϊατρική, στα άρθρα 47 παρ. 3 και 4 του νόμου 2071/ 199294 και στα άρθρα 11 παρ. 1 και 12 του νόμου 3418/2005. Στις διατάξεις αυτές θεμελιώνεται το δικαίωμα πλήρους, ενδελεχούς και ακριβούς ενημέρωσης του ασθενούς, τόσο ως προς την κατάστασή του, όσο και ως προς την προτεινόμενη ιατρική αγωγή.

Παράλληλα, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του ασθενούς, συνεπάγεται την ενημερωμένη συγκατάθεσή του πριν από τη διενέργεια οποιασδήποτε ιατρικής πράξης, ενώ το βάρος απόδειξης για την προσήκουσα ενημέρωση το έχει ο ίδιος ο γιατρός, με αιτιολογία ότι η γνώση ενυπάρχει σε αυτόν, ενώ η άγνοια στον ασθενή. Κατά συνέπεια, η από τα αρμόδια όργανα των δημοσίων νοσοκομείων μη ενημέρωση ή η πλημμελής ενημέρωσή του ασθενούς για την κατάσταση της υγείας του και την ανάγκη θεραπείας του, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενεργείας, η οποία δύναται να στοιχειοθετήσει ευθύνη αυτών προς αποζημίωσή του, κατ’ άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, εφόσον φυσικά υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω παραλείψεως και της βλάβης που προκλήθηκε στην υγεία του ή του θανάτου του.

Τέλος οφείλεται να τονισθεί ότι στις άνω περιπτώσεις τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 38 του Υ.Κ. για το ανεύθυνο του ιατρού έναντι τρίτων, για πράξεις ή παραλείψεις του, με εξαίρεση μόνο την περίπτωση ρητής νομοθετικής πρόβλεψης, που επιβάλλει την προσωπική του ευθύνη. Η αντικειμενικότητα της αστικής ευθύνης του Δημοσίου, έχει στη συγκεκριμένη ειδικότερη περίπτωση των ιατρικών σφαλμάτων την έννοια, ότι ο ζημιωθείς δεν οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει το πταίσμα του ιατρού (υπαιτιότητα), η παρανομία του οποίου ανάγεται στην παράβαση των υποχρεώσεων επιμέλειάς του, οφείλει όμως να αποδείξει την ίδια τη διάπραξη του ιατρικού σφάλματος ή άλλης παράβασης των υποχρεώσεων του γιατρού, που συνιστούν τον όρο της παρανομίας.


*Η Μαρία – Άννα Κατσιάδα είναι νομικός, με εξειδίκευση σε θέματα διοικητικού, ιδίως δημοσιοϋπαλληλικού και πειθαρχικού δικαίου, με μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα του δημοσίου δικαίου και πολιτικής επιστήμης, καθώς και συνεργάτης του Δικηγορικού Γραφείου Γιάννης Καρούζος & Συνεργάτες.