Η μετενέργεια στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας μετά τον ν. 5278/2026

0
198
Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου.
Το δίκαιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ως αναπόσπαστο και δυναμικό τμήμα του εργατικού δικαίου, διακρίνεται σχηματικά στην περίοδο πριν  και μετά την έκδοση της Π.Υ.Σ. 6/2012, η οποία αποτέλεσε σημείο καμπής για τη ρύθμιση των συλλογικών σχέσεων εργασίας. Με τον ν. 5278/2026 επιχειρείται μια πρώτη, συγκροτημένη αναστροφή της απορρυθμιστικής τάσης των προηγούμενων ετών, με σκοπό την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων μέσω της αύξησης της κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας (εφεξής: ΣΣΕ), στο πλαίσιο και της ενσωμάτωσης της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/2041 για επαρκείς κατώτατους μισθούς. Κεντρική ρύθμιση του νόμου αποτελεί η επαναφορά της μετενέργειας στην προ της Π.Υ.Σ. 6/2012 μορφή της.

Κατά την περίοδο που προηγήθηκε της ψήφισης της Π.Υ.Σ. 6/2012, ίσχυε ένα πλέγμα ρυθμίσεων σαφώς ευνοϊκότερων για την ανάπτυξη και αποτελεσματικότητα της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Ειδικότερα, και μεταξύ άλλων, ήταν επιτρεπτή η σύναψη ΣΣΕ αόριστης διάρκειας, ενώ ακόμη και συμβάσεις με διάρκεια άνω του ενός έτους τεκμαίρονταν ως αορίστου χρόνου, ενισχύοντας τη σταθερότητα των εργασιακών σχέσεων. Περαιτέρω, προβλεπόταν εξάμηνη παράταση της ισχύος των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ μετά τη λήξη τους – κατά το οποίο διάστημα οι όροι αυτοί είχαν αναγκαστική ισχύ έναντι των ήδη καλυπτόμενων και των νεοπροσλαμβανόμενων – προκειμένου να αποτρέπεται η δημιουργία κανονιστικού κενού κατά το μεταβατικό στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη νέας ΣΣΕ. Ακόμη δε και μετά την πάροδο του εξαμήνου αυτού, το σύνολο των κανονιστικών όρων της λήξασας ΣΣΕ εξακολουθούσε να δεσμεύει τα μέρη (μετενέργεια), διασφαλίζοντας έτσι ένα υψηλό επίπεδο συνέχειας και προστασίας για τους εργαζομένους. Το ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός εκτεταμένου δικτύου συλλογικής προστασίας, με αποτέλεσμα η κάλυψη των εργαζομένων από ΣΣΕ να ανέρχεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, εκτιμώμενα τουλάχιστον στο 65%, ενώ κατά ορισμένες προσεγγίσεις προσεγγίζει ακόμη και την καθολικότητα.

Μετά τη δημοσίευση της Π.Υ.Σ. 6/2012, εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 4093/2012, το σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων υπέστη βαθιά και πολυεπίπεδη αποδυνάμωση. Έκτοτε, οι ΣΣΕ επιτρέπεται να συνάπτονται αποκλειστικά για ορισμένο χρόνο, με διάρκεια από ένα έως τρία έτη, ενώ η παράταση της ισχύος των κανονιστικών τους όρων περιορίστηκε στους τρεις μήνες, με μόνη εξαίρεση τις Εθνικές Γενικές ΣΣΕ, για τις οποίες διατηρήθηκε η εξάμηνη παράταση. Περαιτέρω, η μετενέργεια από καθολική κατέστη μερική, καθώς διατηρήθηκαν σε ισχύ μόνο οι όροι που αφορούσαν στον βασικό μισθό ή ημερομίσθιο και συγκεκριμένα επιδόματα — ήτοι τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας. Ως συνέπεια, κάθε λοιπός μισθολογικός ή θεσμικός όρος έπαυε αυτοδικαίως να ισχύει μετά την παρέλευση της τρίμηνης παράτασης, παρέχοντας στον εργοδότη τη δυνατότητα μονομερούς κατάργησής του. Η σωρευτική επίδραση των ανωτέρω παρεμβάσεων οδήγησε σε ραγδαία συρρίκνωση της συλλογικής αυτονομίας και, κατ’ επέκταση, σε δραματική υποχώρηση της κάλυψης των εργαζομένων από ΣΣΕ, η οποία, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, περιορίστηκε μόλις στο 8,6% κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2025.

Με τον ν. 5278/2026 εισήχθησαν ρυθμίσεις για την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, με κεντρική την επαναφορά της πλήρους μετενέργειας των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ στο προ της Π.Υ.Σ. 6/2012 πρότυπο. Εφεξής, το σύνολο των όρων αυτών εξακολουθεί να ισχύει και μετά την πάροδο της περιόδου παράτασης, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της συλλογικής ρύθμισης έως τη σύναψη νέας ΣΣΕ, ενώ η τροποποίησή τους επιτρέπεται μόνο με νεότερη συλλογική ή ατομική συμφωνία. Η ρύθμιση αυτή ενισχύει την ασφάλεια δικαίου και αποτρέπει τη δημιουργία κανονιστικού κενού, συμβάλλοντας στην ανάκαμψη της συλλογικής κάλυψης, σε ευθυγράμμιση με τον ενδεικτικό στόχο του 80% της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/2041.

Εν κατακλείδι, ο ν. 5278/2026 συνιστά μια σαφή προσπάθεια επανενίσχυσης της συλλογικής αυτονομίας και αναζωογόνησης των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ιδίως μέσω της αποκατάστασης κρίσιμων θεσμών όπως η μετενέργεια. Ωστόσο, η παρέμβαση αυτή δεν συνεπάγεται πλήρη επαναφορά του προ της μνημονιακής περιόδου προστατευτικού πλαισίου, καθώς βασικές ευνοϊκές ρυθμίσεις για την ανάπτυξη των ΣΣΕ παραμένουν ανενεργές. Ως εκ τούτου, η αποτελεσματικότητα της μεταρρύθμισης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον θα ακολουθήσουν περαιτέρω θεσμικές παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν ουσιαστικά την εμβέλεια και λειτουργία της συλλογικής διαπραγμάτευσης στην πράξη.