Σύμφωνα με το άρ. 172 παρ. 1 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, όταν η ημερήσια εργασία υπερβαίνει τις 4 συνεχόμενες ώρες, χορηγείται διάλειμμα κατ’ ελάχιστον 15 λεπτών και κατά μέγιστον 30 λεπτών. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, ο εργαζόμενος δικαιούται να απομακρυνθεί από τη θέση εργασίας του.
Το διάλειμμα δεν αποτελεί χρόνο εργασίας, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από διάταξη νόμου ή από όρο συλλογικής ή ατομικής σύμβασης εργασίας. Άλλωστε, ως χρόνος εργασίας θεωρούνται οι πραγματικές ώρες απασχόλησης, χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτές οι διακοπές ή τα διαλείμματα. Για τον λόγο αυτό, ο χρόνος λήξης της ημερήσιας εργασίας παρατείνεται αντίστοιχα κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, ώστε να συμπληρωθεί το συμφωνημένο ωράριο εργασίας.
Εξάλλου, η νομοθεσία είναι σαφής: στο ίδιο ως άνω άρ. 171 Κ.Ε.Δ. ρητώς αναφέρεται ότι το διάλειμμα δεν επιτρέπεται να χορηγείται συνεχόμενο με την έναρξη ή τη λήξη της ημερήσιας εργασίας. Επομένως, δεν είναι νόμιμη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ώστε το διάλειμμα να μεταφέρεται στο τέλος της ημέρας με σκοπό την πρόωρη αποχώρηση από την εργασία.
Η εν λόγω διάταξη αναφορικά με το διάλειμμα άπτεται ζητημάτων της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και έχει θεσπιστεί με σκοπό την προστασία τους από τη συνεχή και αδιάλειπτη απασχόληση. Το διάλειμμα δεν αποτελεί απλώς μία τυπική υποχρέωση του εργοδότη, αλλά ουσιώδες μέτρο ανάπαυσης κατά τη διάρκεια της εργασιακής ημέρας. Για τον λόγο αυτό, ο νομοθέτης δεν αφήνει περιθώριο παρέκκλισης μέσω ιδιωτικής συμφωνίας, ακόμη και αν αυτή φαίνεται να εξυπηρετεί πρακτικά τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη.
Δικηγόρος Εργατολόγος



