Της Δικηγόρου – Δημοσιολόγου, Μαριάννας Κατσιάδα Καρούζου*.
Η εσφαλμένη μισθολογική κατάταξη μπορεί να οδηγήσει στην αναζήτηση αποδοχών που ο υπάλληλος εισέπραττε επί σειρά ετών. Η διαπίστωση της αχρεώστητης καταβολής δεν απαλλάσσει, όμως, από τον έλεγχο των συνεπειών της επιστροφής. Η ΕλΣυν 336/2026 αναδεικνύει τη σημασία της καλής πίστης και της πραγματικής οικονομικής κατάστασης του λήπτη.
Αν ο υπάλληλος καταταγεί εσφαλμένως σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο ή σε κατηγορία εκπαίδευσης που δεν αντιστοιχεί στα νόμιμα προσόντα του, η Διοίκηση προβαίνει στην ορθή επανακατάταξη και στον επανυπολογισμό των αποδοχών. Η διαφορά μπορεί να καταλογιστεί ως αχρεωστήτως καταβληθείσα, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του λήπτη, σύμφωνα με το άρθρο 96 παρ. 1 περ. β΄ του Ν. 4270/2014 και το άρθρο 148 περ. β΄ του Ν. 4820/2021. Η επίκληση ότι ο υπολογισμός έγινε από την υπηρεσία δεν αρκεί, επομένως, για να αποκλειστεί η αναζήτηση.
Ο καταλογισμός πρέπει να στηρίζεται σε επαρκή αιτιολογία. Στην πράξη απαιτείται να προσδιορίζονται η νομική και η πραγματική αιτία της οφειλής, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορά και ο τρόπος υπολογισμού της διαφοράς. Η αιτιολογία μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως οι πράξεις ορθής μισθολογικής κατάταξης και οι αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών. Αυτές τις απαιτήσεις επανέλαβε η ΕλΣυν 336/2026, με αναφορά και στο άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.
Η αρχή της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης θέτει ουσιαστικά όρια στην επιστροφή των ποσών. Κατά τη νομολογία, απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον λήπτη, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, σταθερή και δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δικαιούται τις παροχές, ώστε να τις έχει εισπράξει καλόπιστα. Πρέπει επιπλέον η αναζήτησή τους, μετά την πάροδο μακρού χρόνου, να προκαλεί απρόβλεπτες και ανυπέρβλητες οικονομικές δυσχέρειες, με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του. Οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Αναλόγως των περιστάσεων που συνεκτιμώνται κατά το άρθρο 150 Ν. 4820/2021, ο καταλογισμός μπορεί να περιοριστεί σε μέρος του αρχικού ποσού.
Η καλή πίστη, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να διακρίνεται από την προστατευόμενη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Κατά τις παραδοχές που αποδίδονται στην ΕλΣυν 336/2026, η θεμελίωση προστατευόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν αρκείται στην απλή αδράνεια της υπηρεσίας, αλλά προϋποθέτει συγκεκριμένη διοικητική συμπεριφορά ικανή να δημιουργήσει δικαιολογημένη πεποίθηση στον διοικούμενο. Για την εφαρμογή της χρηστής διοίκησης, αντιθέτως, η μακρόχρονη διατήρηση της εσφαλμένης καταβολής μπορεί να συμβάλει στη θεμελίωση της καλής πίστης, χωρίς να έχουν προηγηθεί τέτοιες διαβεβαιώσεις. Η διάκριση έχει συνέπειες στην έκβαση της διαφοράς, αφού η απόρριψη του ενός ισχυρισμού δεν προδικάζει την απόρριψη του άλλου.
Συγχρόνως, εφαρμόζεται ο μηχανισμός μειώσεως του καταλογιζόμενου ποσού του άρθρου 150 Ν. 4820/2021, ο οποίος εξειδικεύει στο δημοσιονομικό δίκαιο τις απαιτήσεις δίκαιης ισορροπίας και αναλογικότητας. Ειδικώς δε για τους αχρεωστήτως λαβόντες, η παρ. 7 του ίδιου άρθρου προβλέπει ανάλογη εφαρμογή των κριτηρίων μειώσεως με βάση και τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης. Συνεκτιμώνται το ύψος του καταλογισμού, ο χρόνος που μεσολάβησε και οι επιπτώσεις στην προσωπική και οικονομική κατάσταση του λήπτη. Όταν διαταράσσεται η ισορροπία μεταξύ της αποκατάστασης του δημοσιονομικού ελλείμματος και της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, το καταλογιζόμενο ποσό μπορεί, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να μειωθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 150 Ν. 4820/2021, ενώ η ακύρωση του καταλογισμού προϋποθέτει αυτοτελή πλημμέλεια της καταλογιστικής πράξης ή έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεών του.
Η απόφαση αφορούσε ένδεκα εργαζομένους σε ΝΠΔΔ που λειτουργούσε παιδικούς σταθμούς. Οι δέκα απασχολούνταν με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και μία με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Η υπηρεσία είχε κατατάξει τους πρώτους σε ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια από εκείνα που αντιστοιχούσαν στην πραγματική προϋπηρεσία τους και την τελευταία σε ανώτερη κατηγορία εκπαίδευσης. Μετά τη διόρθωση της κατάταξης, αναζήτησε τις επιπλέον αποδοχές.
Το Δικαστήριο έκρινε καταρχήν νόμιμους τους καταλογισμούς και απέρριψε τον ισχυρισμό περί δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επειδή δεν είχαν προβληθεί συγκεκριμένες και ανεπιφύλακτες υπηρεσιακές διαβεβαιώσεις. Δέχθηκε, ωστόσο, ότι η επί σειρά ετών λήψη των εσφαλμένως υπολογισμένων αποδοχών είχε δημιουργήσει στους εργαζομένους εύλογη πεποίθηση ότι τις δικαιούνταν. Συνεκτιμώντας την προσωπική, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση καθενός, περιόρισε όλους τους επίδικους καταλογισμούς στο 1/20 του αρχικού ποσού, κατ’ εφαρμογή της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας (σκ. 21–24). Η απόρριψη, επομένως, του ισχυρισμού περί δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν αποκλείει αυτοτελώς την εφαρμογή της αρχής της χρηστής διοίκησης ούτε τον έλεγχο του καταλογισμού υπό το πρίσμα της αναλογικότητας.
Διαφορετικά αξιολογείται η περίπτωση κατά την οποία ο υπάλληλος προκάλεσε ο ίδιος δολίως την παράνομη καταβολή. Στην ΕλΣυν 906/2023, η ανάκληση του διορισμού οφειλόταν σε νοθευμένα δικαιολογητικά της υπαλλήλου, γεγονός που απέκλειε την προστασία με βάση την καλή πίστη. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο προχώρησε σε αυτοτελή έλεγχο αναλογικότητας και μείωσε τον καταλογισμό από 134.066,92 σε 7.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή δείχνει ότι η προστασία του καλόπιστου λήπτη και ο γενικότερος έλεγχος αναλογικότητας έχουν διακριτές προϋποθέσεις.
Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι η αντικειμενική ύπαρξη αχρεώστητης καταβολής δεν εξαντλεί τον δικαστικό έλεγχο. Η καλή πίστη του λήπτη, ο χρόνος για τον οποίο οι αποδοχές καταβάλλονταν χωρίς δική του υπαιτιότητα, καθώς και οι πραγματικές συνέπειες της πλήρους επιστροφής τους πρέπει να συνεκτιμώνται κατά τον έλεγχο της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας. Η ΕλΣυν 336/2026 είναι χαρακτηριστική, καθώς, μολονότι έκρινε κατ’ αρχήν νόμιμους τους καταλογισμούς, τους περιόρισε τελικώς στο 1/20 του αρχικού ποσού.
*Η Μαριάννα Κατσιάδα Καρούζου είναι Δικηγόρος, με εξειδίκευση σε θέματα διοικητικού, ιδίως δημοσιοϋπαλληλικού και πειθαρχικού δικαίου, με μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα του δημοσίου δικαίου και πολιτικής επιστήμης, καθώς και συνεργάτης του Δικηγορικού Γραφείου Γιάννης Καρούζος & Συνεργάτες.



