Μητέρα και ευέλικτες μορφές εργασίας: Τι έκρινε το Πρωτοδικείο στην πρώτη αγωγή που δικάστηκε

0
35

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Ιστορική η υπ’ αρ. 977/2026 απόφαση που εξέδωσε μόλις το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία φωτίζεται το ζήτημα των διευκολύνσεων προς τους εργαζόμενους γονείς από τον εργοδότη τους, με ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 31 του Ν. 4808/2021, προβλέπεται δυνατότητα των εργαζόμενων γονέων παιδιών έως 12 ετών να ζητούν από τον εργοδότη τους να προσαρμόζει τους όρους απασχόλησής τους, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις αυξημένες ανάγκες φροντίδας που έχει ένα παιδί τέτοιας ηλικίας. Ενδεικτικά, μπορούν να ζητούν να παρέχουν την εργασία τους από το σπίτι (τηλεργασία), να έχουν ευέλικτο ωράριο ή να απασχολούνται μερικώς αντί για πλήρως. Προϋπόθεση είναι να έχουν συμπληρώσει έξι τουλάχιστον μήνες εργασίας στον συγκεκριμένο εργοδότη. Κατά την ισχύουσα νομοθεσία μάλιστα, ο εργοδότης έχει προθεσμία 1 μήνα για να εξετάσει το αίτημα του εργαζομένου και να απαντήσει, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις ανάγκες της επιχείρησης και του εργαζομένου. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης δε, οφείλει να την αιτιολογεί.

Ανακύπτει, επομένως, ερμηνευτικό ζήτημα αναφορικά με το αν η μερική ή καθολική άρνηση του εργοδότη να ικανοποιήσει το αίτημα συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που ως γνωστόν εξομοιώνεται με καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ή αν επιτρέπεται, εφόσον είναι δικαιολογημένη.

Στην πρόσφατη υπόθεση που απασχόλησε τα πολιτικά δικαστήρια, η ενάγουσα προέβαλε ότι επί σειρά ετών εργαζόταν σε μία επιχείρηση. Η εργαζόμενη και μητέρα δύο παιδιών, δούλευε με φυσική παρουσία δύο εβδομάδες κάθε μήνα στην πρωινή βάρδια και δύο εβδομάδες (δηλαδή συνολικά 10 ημέρες κάθε μήνα) στην απογευματινή, ζήτησε όμως για λόγους σχετικούς με τη φροντίδα των τέκνων της να απασχολείται με τηλεργασία κατά τις εβδομάδες που ήταν στην απογευματινή βάρδια ή εναλλακτικά να μετακινηθεί σε άλλο τμήμα αποκλειστικά στην πρωινή βάρδια. Η διεύθυνση της επιχείρησης απάντησε αντιπροτείνοντας να συνεχίσει στο ίδιο πόστο, αλλά δουλεύοντας 6 μόνο ημέρες ανά μήνα στην απογευματινή βάρδια και μετατρέποντας τις υπολειπόμενες 4 ημέρες σε πρωινές βάρδιες. Συμπληρωματικά, αιτιολόγησε τη στάση της υποστηρίζοντας πως λόγω της φύσης των καθηκόντων της ενάγουσας δεν θα ήταν αποτελεσματική η κατ’ οίκον εργασία. Η εργαζόμενη αποδέχτηκε μεν την πρόταση για ανάληψη περισσότερων πρωινών βαρδιών, ζήτησε όμως να μετατραπούν όλες οι απογευματινές της βάρδιες σε τηλεργασία, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε. Στη συνέχεια δήλωσε στην εργοδότρια εταιρεία ότι θεωρεί την άρνησή της αναιτιολόγητη και την εργασιακή σύμβαση καταγγελθείσα, λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των συνθηκών εργασίας και ζήτησε να της καταβληθεί αποζημίωση απόλυσης, αποκρούοντας και την μεταγενέστερη πρόταση να μετακινηθεί σε άλλο τμήμα στην πρωινή βάρδια και αποχώρησε.

Άξιο αναφοράς είναι ότι κατά την περίοδο της καραντίνας λόγω του κορονοϊού, η ενάγουσα απασχολούταν με τηλεργασία, κάτι που όμως όπως υποστήριξε η εταιρεία ήταν ένα μέτρο υποχρεωτικό, έκτακτο και προσωρινό, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η κατ’ οίκον εργασία συμβαδίζει με τα καθήκοντά της να μην επηρεάσει τη δικαστική κρίση εν τέλει.

Το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τα διαφορετικά συμφέροντα που πρέπει να εξισορροπούνται στο πλαίσιο μίας εργασιακής σχέσης, προχώρησε στην παρακάτω κρίση. Η εργοδότρια εταιρεία πρότεινε μία μεταβολή στους όρους εργασίας της εργαζομένης στην έκταση που αυτό ήταν εφικτό και παραγωγικό, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα της ίδιας αλλά και τις ανάγκες της εργαζομένης. Επομένως, δεν επρόκειτο για περίπτωση βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας και καταγγελία της σύμβασης εργασίας, καθώς προσπάθησε να τη διευκολύνει στον βαθμό που μπορούσε. Κατέληξε, λοιπόν, το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της και δεν δικαιούνταν αποζημίωση απόλυσης.

Συμπερασματικά, το δικαίωμα των εργαζόμενων γονέων σε ευέλικτες μορφές εργασίας δεν είναι απόλυτο – μία προσαρμογή των όρων εργασίας που ο εργαζόμενος θεωρεί εύλογη μπορεί να είναι βλαπτική για την επιχείρηση. Ο νομοθέτης άλλωστε έδωσε στον εργοδότη τη δυνατότητα της αιτιολογημένης άρνησης και η απόφαση επικυρώνει αυτή την επιλογή.