Δώρα στο Δημόσιο: Τι θα κρίνει το ΣτΕ – Τα δυο βασικά επίδικα και τα ψιλά γράμματα που θα καθορίσουν τους μισθούς των υπαλλήλων

0
635

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Κερκόπορτα για την επαναφορά των Δώρων – έστω και… κουτσουρεμένων – στο Δημόσιο μπορεί να ανοίξει μέσω της Οδηγίας 2022/2041 (ΕΔΩ) και την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη με τον νόμο ν. 5163/2024 για επαρκείς κατώτατους μισθούς. Η ακροαματική διαδικασία στην Ολομέλεια του ΣτΕ που διεξήχθη την περασμένη Παρασκευή, στις 6 Ιουνίου, αυτό έδειξε.

Όλο το δικαστικό «παιχνίδι», που εν τέλει θα κρίνει τις αποδοχές στο Δημόσιο αλλά και δυνητικά θα απασφαλίσει μια νέα δημοσιονομική βόμβα για την κυβέρνηση και το οικονομικό επιτελείο, θα παιχτεί στο μέτωπο της Κοινοτικής Οδηγίας για τους κατώτατους μισθούς.

Οι δικαστές του ΣτΕ καλούνται να μπουν στην ουσία της υπόθεσης και να αποφασίσουν για το αν και κατά πόσο είναι συνταγματικώς ανεκτή η σημαντική διάκριση ανάμεσα σε μισθωτούς του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα, με τους πρώτους να λαμβάνουν 14 μισθούς το έτος και τους δεύτερους να εισπράττουν 12 μισθούς.

Η κρίση θα πρέπει να βασιστεί στο σκεπτικό της Κοινοτικής Οδηγίας 2022/2041 για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ε.Ε. και στο σκεπτικό του νομοθέτη των νόμων 5163/2024 (που ενσωμάτωσε την Οδηγία) και 5045/2023.

Τι υποστηρίζουν οι ενάγοντες

Στην μια άκρη της διελκυστίνδας η ΑΔΕΔΥ και οι ενάγοντες υποστηρίζουν πως:

  • Ο νόμος 5163/2024, που μεταφέρει στην ελληνική έννομη τάξη την οδηγία 2022/2041 καταλαμβάνει (άρ. 3 παρ. 1) και τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους (αναφέρει: Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα και τους απασχολούμενους στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143)).
  • Ο νομοθέτης του ν. 5045/2023 (που αφορά σε μισθολογικές ρυθμίσεις για το προσωπικό του δημοσίου τομέα) παρέλειψε να ενσωματώσει τα επίμαχα επιδόματα στις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων κατά παράβαση σαφών ορισμών (άρ. 6 παρ. 1) της Οδηγίας,
  • Ειδικότερα η Οδηγία ορίζει στο άρ. 6 παρ. 1 ότι «Όταν τα κράτη μέλη προβλέπουν διαφορετικά επίπεδα νόμιμου κατώτατου μισθού για συγκεκριμένες ομάδες εργαζομένων ή κρατήσεις οι οποίες μειώνουν την καταβαλλόμενη αμοιβή σε επίπεδο χαμηλότερο εκείνου του σχετικού νόμιμου κατώτατου μισθού, διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω διαφοροποιήσεις και κρατήσεις τηρούν τις αρχές της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας, η οποία περιλαμβάνει την επιδίωξη θεμιτού στόχου».
  • Η Κοινοτική Οδηγία επιτάσσει ίση μεταχείριση των εργαζομένων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και μάλιστα από την άποψη της (επιδιωκτέας, ισάξιας, εν όψει του εκάστοτε κόστους διαβίωσης) αγοραστικής δύναμης των κατωτάτων μισθών (αναφέρεται στην Οδηγία: Τα κράτη μέλη με νόμιμους κατώτατους μισθούς θεσπίζουν τις αναγκαίες διαδικασίες για τον καθορισμό και την επικαιροποίηση των νόμιμων κατώτατων μισθών με κριτήρια που καθορίζονται ώστε να συμβάλλουν στην επάρκειά τους. Τα εθνικά κριτήρια περιλαμβάνουν τουλάχιστον την αγοραστική δύναμη των νόμιμων κατώτατων μισθών, λαμβανομένου υπόψη του κόστους διαβίωσης).

Με αυτό το σκεπτικό, η ΑΔΕΔΥ και οι ενάγοντες καταλήγουν πως οι δημόσιοι υπάλληλοι «υφίστανται δυσμενής διάκριση έναντι των εργαζομένων με σχέση εξηρτημένης εργασίας στον ιδιωτικό τομέα», κάτι που αποδοκιμάζει το σκεπτικό του ευρωπαίου νομοθέτη.

Κι αυτό ενώ για τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, «τα επιδόματα εορτών και αδείας αποτελούν αναπόσπαστο εγγυημένο τμήμα των μηνιαίων αποδοχών τους, συνδιαμορφώνοντας τον κατώτατο εγγυημένο μισθό τους, πράγμα που δεν συμβαίνει στους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους».

Έτσι, ο προσφεύγων στην Δικαιοσύνη δημόσιος υπάλληλος, υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η παράλειψη του νομοθέτη να επαναφέρει τα επιδόματα εορτών και αδείας αντίκειται στο Σύνταγμα και ειδικότερα στις αρχές της ανθρώπινης αξίας, της ισότητας, της ισότητας στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας, καθώς και σε διατάξεις του Ευρωπαϊκού δικαίου (Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οδηγία 2022/2041/ΕΕ).

Παράλληλα, υποστηρίζει ότι θα έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να του καταβληθούν ευθέως τα ζητούμενα ποσά, μέσω της επέκτασης και στον ίδιο διατάξεων του ατομικού Εργατικού Δικαίου, λόγω της επιβαλλόμενης από την Ευρωπαϊκή οδηγία 2022/2041/ΕΕ ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, αναφορικά με τη διασφάλιση επαρκούς κατωτάτου μισθού ο οποίος να εγγυάται την αξιοπρεπή διαβίωσή τους.

Τι υποστηρίζει το ελληνικό Δημόσιο

Στην άλλη πλευρά της διελκυστίνδας το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους υποστηρίζει πως δεν υπάρχουν περιθώρια για ικανοποίηση των διεκδικήσεων λόγω δημοσιονομικού κόστους, καθώς θα υπάρξει κίνδυνος εκτροχιασμού και πιθανής εκκίνησης της διαδικασίας υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος για την Ελλάδα, αφού η πλήρης επαναφορά των δώρων θα έχει «μόνιμο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος 1,37 δις. ευρώ χωρίς εργοδοτικές εισφορές και συνολικώς 1,55 δις. ευρώ συμπεριλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών».

Τι πρέπει να κρίνουν οι δικαστές

Σε αυτό το περιβάλλον οι Ανώτατοι Δικαστές καλούνται:

  1. Να ελέγξουν αν η περίοδος της αγωγής για τα Δώρα εμπίπτει εν όλω ή εν μέρει στην περίοδο μετά τη λήξη της προθεσμίας (15.11.2024) μεταφοράς της Οδηγίας.
  2. Να ερμηνεύσουν τους ορισμούς της Οδηγίας, αν θεσπίζουν και επιταγές για άνευ ετέρου εξομοίωση μισθών και μάλιστα μεταξύ των εργαζομένων στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, περαιτέρω δε, αν η εξομοίωση αφορά κατωτάτους μόνο μισθούς, αν υφίσταται ενωσιακή έννοια τέτοιου κατωτάτου μισθού, πώς αυτή συγκροτείται και ποια τα περιθώρια των κρατών-μελών για άλλη, διαφορετική διάπλαση των μισθών (κατωτάτων ή μη) κατά κατηγορίες.
  3. Να ερευνήσουν ποια είναι η νομοθετική διάπλαση των αποδοχών των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων (διαχρονικώς, λαμβανομένου υπόψη και του ν. 4354/2015), συγκρινόμενη προς αυτήν των αποδοχών των εργαζομένων με σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατά το Εργατικό Δίκαιο.

Ο γρίφος είναι δύσκολος και περίπλοκος, με πολλές μεταβλητές. Το μόνο σίγουρο είναι πως η απόφαση δεν θα πρέπει να αναμένεται εντός του 2025, αλλά το πιθανότερο μέσα στο 2026.

Τα δυο επίδικα της απόφασης

Αν οι Δικαστές αποφασίσουν θετικά για τους ενάγοντες και δεν απορρίψουν την προσφυγή και δεδομένου πως η διαδικασία είναι μια πιλοτική δίκη που αφορά όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, δυο είναι τα βασικά επίδικα:

  1. Θα υπάρξει αναδρομικότητα και πόσο; Το δικαστήριο μπορεί να βάλει φραγμό στην αναδρομικότητα λόγω δημοσιονομικού κόστους – όπως για παράδειγμα έκανε η περιώνυμη απόφαση του 2015 που έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές του 2012 στις συντάξεις – ώστε οι δημοσιονομικές επιπτώσεις μιας τυχόν αποδοχής της προσφυγής να ξεκινούν από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης και μετά.
  2. Θα φροντίσει να ορίσει ειδικώς τι σημαίνει επιστροφή των Δώρων στο Δημόσιο; Δηλαδή θα κάνει λόγο στο σκεπτικό για 2 επιπλέον ολόκληρους μισθούς ή μπορεί να δώσει την δυνατότητα στο Δημόσιο να θεσπίσει οριζόντια επιδόματα (τύπου 500 ευρώ τα Χριστούγεννα και από 250 το Πάσχα και το καλοκαίρι) που θα δίδονται εν είδει 13ου και 14ου μισθού, όπως – για παράδειγμα – τα 250 ευρώ που θα δίδονται μόνιμα πλέον σε όλους τους συνταξιούχους της χώρας κάθε Νοέμβριο; Και θα μπορεί το Δημόσιο να επιστρέψει στο προμνημονιακό καθεστώς σταδιακά και ανάλογα με τις δημοσιονομικές αντοχές του; Για παράδειγμα να θεσπίσει πρώτα ένα ποσό εν είδει 13ου μισθού και αργότερα, σε δεύτερο χρόνο και ανάλογα με τη δημοσιονομική πορεία της χώρας να επιστρέψει και τα άλλα Δώρα (Πάσχα και καλοκαίρι);

Αυτά είναι ερωτήματα στα οποία θα πρέπει να απαντάει το σκεπτικό της Ολομέλειας του ΣτΕ, αν φυσικά δεν απορρίψει την προσφυγή, οπότε κλείνει ο κύκλος των διεκδικήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, αν η κυβέρνηση κληθεί να ευθυγραμμιστεί με μια απόφαση που θα ορίζει επιστροφή – ολική ή μερική, σταδιακή ή απευθείας – των Δώρων στο Δημόσιο θα πρέπει να αλλάξει ολόκληρο τον δημοσιονομικό σχεδιασμό της, δεδομένου ότι προς το παρόν ο «χώρος» για το «καλάθι» της φετινής ΔΕΘ – που θα γεμίσει με μέτρα τα οποία θα ισχύσουν από το 2026 και μετά – δεν υπερβαίνει το 1,5 δισ.

Και η κυβέρνηση έχει σηκώσει ψηλά τον πήχη των φοροελαφρύνσεων για την μεσαία τάξη, που δεν μπορούν να έρθουν με άλλο τρόπο εκτός από το γενναίο «λίφτινγκ» των φορολογικών συντελεστών της κλίμακας φορολογίας εισοδήματος.

Ένα μέτρο όμως που κοστίζει αρκετά ώστε να γίνει αισθητό στην τσέπη των φορολογούμενων, δεδομένου ότι αγγίζει τους πάντες. Δεδομένου επίσης ότι και οι συνταξιούχοι κάτι πρόσθετο πρέπει να λάβουν (ίσως μέσω της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς), φαίνεται πως αν βγει από το «πουγκί» του ΣτΕ το… φασούλι «Δώρα στο Δημόσιο» θα πρέπει να γραφτούν όλα από την αρχή…