Ρήτρες εκπαίδευσης: Τι ισχύει για εργαζομένους και εργοδότες;

0
215
Οι ρήτρες εκπαίδευσης είναι όροι που συναντώνται συχνά σε συμβάσεις εργασίας και προβλέπουν ότι, αν ο εργαζόμενος αποχωρήσει πριν από την πάροδο ενός συμφωνημένου χρονικού διαστήματος, υποχρεούται να επιστρέψει τα έξοδα που κατέβαλε ο εργοδότης για την εκπαίδευση, μετεκπαίδευση ή επιμόρφωσή του. Στην πράξη, πρόκειται για έναν μηχανισμό προστασίας της επένδυσης που πραγματοποιεί η επιχείρηση στο ανθρώπινο δυναμικό της.

Όταν ένας εργοδότης χρηματοδοτεί την κατάρτιση ενός εργαζομένου, έχει εύλογο και άξιο προστασίας συμφέρον να παραμείνει αυτός στην επιχείρηση για ικανό χρονικό διάστημα, ώστε να αξιοποιηθούν οι γνώσεις και οι δεξιότητες που αποκτήθηκαν. Με τη ρήτρα επιστροφής εξόδων επιδιώκεται η απόσβεση της επένδυσης και η αποτροπή του ενδεχομένου να μετακινηθεί ο εργαζόμενος σε ανταγωνιστική επιχείρηση, η οποία θα επωφεληθεί χωρίς να έχει αναλάβει το σχετικό κόστος. Ωστόσο, οι ρήτρες αυτές δεν μπορούν να φθάνουν σε σημείο που να περιορίζουν υπέρμετρα την επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου, δηλαδή το δικαίωμά του να επιλέγει εργασία και να παραιτείται.

Σύμφωνα με τη θεωρία του εργατικού δικαίου, η εγκυρότητα μιας ρήτρας εκπαίδευσης κρίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας και τη στάθμιση των συμφερόντων των δύο μερών. Καθοριστικό ρόλο παίζει η διάρκεια της δέσμευσης, η οποία πρέπει να είναι ανάλογη με τη διάρκεια και την ποιότητα της εκπαίδευσης, καθώς και το ύψος του ποσού που καλείται να επιστρέψει ο εργαζόμενος σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης. Παράλληλα, πρέπει να υπάρχει εύλογη σχέση ανάμεσα στη χρονική δέσμευση και στα επαγγελματικά οφέλη που αποκομίζει ο εργαζόμενος. Ιδιαίτερη σημασία έχει αν η εκπαίδευση βελτιώνει γενικότερα τη θέση του στην αγορά εργασίας ή αν αφορά αποκλειστικά τις ανάγκες της συγκεκριμένης επιχείρησης.

Ενδεικτική είναι η υπ’ αριθμ. 684/2020 απόφαση του Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, η οποία επισημαίνει ότι όσο μεγαλύτερα είναι τα επαγγελματικά ωφελήματα του εργαζομένου από την εκπαίδευση, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η αξίωση του εργοδότη για παραμονή του στην επιχείρηση ή, σε αντίθετη περίπτωση, για επιστροφή των σχετικών εξόδων. Ενδεικτικά, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, δέσμευση για παραμονή στην εργασία διάρκειας το πολύ ενός έτους, μπορεί να δικαιολογήσει εκπαίδευση διάρκειας μέχρι δυο μήνες, κατά τη διάρκεια δε της οποίας δεν υφίσταται υποχρέωση παροχής εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου.

Τέλος, όταν η εκπαίδευση είναι παρακολουθηματική της εταιρείας, χωρίς να ενισχύει συνολικά τα επαγγελματικά προσόντα του εργαζομένου στην αγορά εργασίας, είναι δυσχερές να δικαιολογηθεί ρήτρα επιστροφής εξόδων. Στην περίπτωση αυτή, η εκπαίδευση ωφελεί ουσιαστικά μόνο την επιχείρηση και δεν δημιουργείται πραγματικός κίνδυνος μετακίνησης του εργαζομένου προς ανταγωνιστή με αξιοποίηση μιας γενικά αναγνωρίσιμης εξειδίκευσης.

Συμπερασματικά, οι ρήτρες εκπαίδευσης είναι θεμιτές όταν εξυπηρετούν μια πραγματική και σημαντική επένδυση του εργοδότη, υπό την προϋπόθεση ότι διατυπώνονται με μέτρο και σέβονται την επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου. Κάθε περίπτωση απαιτεί συγκεκριμένη αξιολόγηση με βάση τη διάρκεια, το κόστος και το ουσιαστικό όφελος της εκπαίδευσης.

Δικηγόρος Εργατολόγος