Η ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ

Share

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Η κύρια υποχρέωση του εργαζομένου που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας, είναι η υποχρέωσή του να παρέχει τη συμφωνημένη εργασία, σύμφωνα με το άρθρο 648 του Αστικού Κώδικα, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Απαιτείται σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, η εργασία να εκτελείται φιλόπονα και ο εργαζόμενος να μη παραβαίνει της συμβατικές του υποχρεώσεις. Ειδικότερα, το άρθρο 652 του ΑΚ, ορίζει ότι ο μισθωτός οφείλει να εκτελεί με επιμέλεια την εργασία που του έχει ανατεθεί. Ωστόσο, παρατηρείται συχνά, ο εργαζόμενος, είτε να εκτελεί πλημμελώς τα καθήκοντά του, είτε να επιδεικνύει ανάρμοστη συμπεριφορά.

Όταν ο εργαζόμενος προβαίνει σε πλημμελή άσκηση των συμβατικών του καθηκόντων, ή σε μη προσήκουσα εκτέλεση, ή η συμπεριφορά του προκαλεί προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της επιχείρησης, υφίσταται σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Η αντιεπαγγελματική συμπεριφορά του εργαζομένου, υπονομεύει την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης, με αποτέλεσμα να μειώνεται η παραγωγική συνεργασία μεταξύ των στελεχών της. Έτσι, ο εργοδότης που είναι δέκτης αντισυμβατικής συμπεριφοράς, η οποία καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνεργασία με τον εργαζόμενο, δύναται να τον απολύσει, χωρίς να κινδυνεύει από την προσβολή της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης.

Η αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζομένου ενδέχεται να συνίσταται στην αδικαιολόγητη απουσία του από την εργασία, χωρίς δηλαδή να συντρέχει λόγος, π.χ. ασθένεια, λήψη ετήσιας άδειας κτλ. Η αυθαίρετη απουσία ως εκούσια επιλογή του εργαζομένου, αποτελεί υπαίτια μη εκπλήρωση των καθηκόντων του. Δύναται επομένως, να θεωρηθεί ως σιωπηρή εκ μέρους του εργαζομένου καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ήτοι οικειοθελής αποχώρηση, καθώς ο εργαζόμενος απέχει αδικαιολόγητα από την εργασία του. Βέβαια, ο εργοδότης μπορεί να περικόψει αντίστοιχες στις ημέρες αδικαιολόγητης απουσίας αποδοχές, καθώς ο μισθός είναι το αντάλλαγμα για την παρασχεθείσα εργασία, σύμφωνα με το άρθρο 648 του ΑΚ.

Σημειωτέον ότι, ο νόμος δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση του να καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης στον απολυόμενο μισθωτό, ακόμη και σε περιπτώσεις σοβαρής, εκ μέρους του τελευταίου παράβασης των συμβατικών του υποχρεώσεων.

Εντούτοις, κατ’ εξαίρεση του γενικού κανόνα, προβλέπονται περιπτώσεις κατά τις οποίες δύναται ο εργοδότης να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση και χωρίς να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό τη νόμιμη αποζημίωση, όπως όταν η αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζομένου στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα, όπως είναι συνηθέστερα η εξύβριση, ή η σωματική βλάβη κατά του εργοδότη. Εν προκειμένω, ο εργοδότης δύναται να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αφού υποβάλλει μήνυση κατά του εργαζομένου ή απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του τελευταίου, για την αξιόποινη του συμπεριφορά, που αποτελεί το λόγο της απόλυσης.

Προσέτι, συχνό φαινόμενο, αποτελεί η σκόπιμη και δόλια προσπάθεια, εκ μέρους του μισθωτού, πρόκλησης της απόλυσής του, με στόχο τη λήψη τόσο αποζημίωσης απόλυσης όσο και επιδόματος ανεργίας. Η περίπτωση αυτή, όπως αυτή της τέλεσης ποινικού αδικήματος από τον εργαζόμενο, εμπίπτει στην εξαίρεση από τον κανόνα υποχρεωτικής καταβολής αποζημίωσης απόλυσης εκ μέρους του εργοδότη. Σύμφωνα και με τη θέση των δικαστηρίων, ο μισθωτός απολύεται έγκυρα, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου(αποζημίωση, έγγραφος τύπος), όταν με τη συμπεριφορά του επιδιώκει να προκαλέσει την καταγγελία με σκοπό να λάβει την προβλεπόμενη αποζημίωση. Οποιαδήποτε δε αξίωση του εργαζομένου για την εν λόγω αποζημίωση, κρίνεται ως καταχρηστική, δεδομένου ότι η συμπεριφορά του απέβλεπε αποκλειστικά στη λήψη της αποζημίωσης απόλυσης.

Πηγή: f-press