Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΧΩΡΑ;

0
69

Του Γιάννη Πούπκου*

Τα μεγάλο ποσό των χρημάτων που θα εισρεύσει στην Ελλάδα τα επόμενα τέσσερα χρόνια, τόσο μέσα από το Ταμείο Ανάκαμψης όσο και μέσω των ΕΣΠΑ, SURE και ΕΤεπ, της δίνουν τη δυνατότητα να γίνει μια σύγχρονη χώρα, με μια ισορροπημένη και ανθεκτική οικονομία και με υψηλό βιοτικό επίπεδο των πολιτών της.

Αρκεί βέβαια να υπάρξει ένας ρεαλιστικός σχεδιασμός για την πλήρη και στοχευμένη αξιοποίησή τους.

Πρέπει λοιπόν η χώρα να επιλέξει επιτέλους το νέο παραγωγικό της πρότυπο καθώς και τη θέση της στο νέο ευρωπαϊκό και διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Η κυβέρνηση οφείλει εγκαίρως, αν και έπρεπε να το έχει ήδη έτοιμο, να παρουσιάσει ένα νέο σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης.

Το σχέδιο αυτό πρέπει να τεθεί στην κρίση των κομμάτων, των κοινωνικών εταίρων και των πολιτών και μέσω ενός σοβαρού και αξιόπιστου κοινωνικού διάλογου να καταλήξει σε μια νέα Εθνική Κοινωνική Συμφωνία.

Το νέο αυτό σχέδιο, για να μπορέσει να εφαρμοστεί, οφείλει να είναι ανθρωποκεντρικό, να προστατεύει την εργασία, να δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας, πλήρους απασχόλησης, με αξιοπρεπείς αμοιβές και να λειτουργεί κυρίως προς όφελος του κόσμου της εργασίας που σήκωσε το βάρος της προσαρμογής τα τελευταία χρόνια.

Να αποτελεί μια πραγματική και αξιόπιστη λύση στο πρόβλημα της μακροχρόνιας ανεργίας και της ανεργίας των πιο ευάλωτων ομάδων (νέων, γυναικών, χαμηλής ειδίκευσης). Να ξεφεύγει από το μοντέλο υποσπασχολησης και ευέλικτων μορφών εργασίας χωρίς θεμελιώδη δικαιώματα, δίνοντας κίνητρα στους νέους, με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, Έλληνες που έφυγαν στο εξωτερικό, να επιστρέψουν στη χώρα μας (brain gain).

Η ελληνική οικονομία, μετά από πολλά χρόνια πολιτικών λιτότητας και συρρίκνωσης του παραγωγικού της ιστού επιβάλλεται να απαγκιστρωθεί από το πρότυπο της παραγωγής αγαθών χαμηλού κόστους εργασίας και να στραφεί στην ποιότητα.

Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, η σημασία του χαμηλού κόστους εργασίας φθίνει ταχύτατα και κατά το 2019 μόλις το 18% των αγαθών που διακινήθηκαν προέρχονταν από χώρες χαμηλού κόστους εργασίας. Αντίθετα, το 82% των αγαθών που διακινήθηκαν προέρχονταν από χώρες με εξειδίκευση εργατικού δυναμικού, ποιότητα υποδομών κλπ.

Με βάση αυτά τα στοιχεία πρέπει να αποφασιστεί η νέα θέση μας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Το νέο σχέδιο πρέπει να απαντά με αξιόπιστο τρόπο στις σύγχρονες προκλήσεις της ψηφιοποίησης και της πράσινης ανάπτυξης, οι οποίες μπορούν να γίνουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας εάν με αποτελεσματικό και έξυπνο τρόπο επενδύσουμε σε αυτές. Να μετατοπίζει την οικονομική δραστηριότητα της χώρας σε κλάδους παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών υψηλής τεχνολογίας και εντάσεως γνώσεων.

Να οδηγεί σε μια ισορροπημένη και βιώσιμη οικονομία ώστε να μην υπάρχει μεγάλη εξάρτηση της εγχώριας παραγωγής από τις εισαγωγές ή να μην εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από έναν τομέα πχ. τον τουρισμό, ένα προϊόν εξαιρετικά ευαίσθητο σε περιόδους οικονομικής κρίσεως ή δυσμενούς δημοσιότητας στα διεθνή ΜΜΕ.

Είναι ενδεικτικό ότι συγκριτικά με τις άλλες οικονομίες της ευρωζώνης, το 2019,  η Ελλάδα είναι δεύτερη σε όρους προστιθέμενης αξίας που παράγει ο κλάδος του εμπορίου, της εστίασης και της παροχής καταλύματος. Αντιθέτως είναι από τις τελευταίες όσον αφορά την παραγωγή προστιθέμενης αξίας στη μεταποίηση (βλ 4ο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ).

Τέλος κανένα σχέδιο δεν θα έχει επιτυχία εάν δεν περιλαμβάνει πολιτικές που να συνδέουν με έναν αποτελεσματικό τρόπο την εκπαίδευση και την κατάρτιση με την οικονομία και με την απασχόληση. Στην εποχή των σημαντικών μεταβάσεων και αλλαγών, καμία χώρα δεν μπορεί να θεωρείται σύγχρονη όταν ένα μεγάλο ποσοστό των εργαζομένων και των πολιτών της δεν διαθέτει τις βασικές ψηφιακές δεξιότητες ή τις απαιτούμενες δεξιότητες που δεν εμποδίζουν την προσπάθειά τους για αναζήτηση, διατήρηση ή βελτίωση της εργασίας τους και γενικότερα για μια καλύτερη ζωή.

Επιβάλλεται λοιπόν η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας (όχι βέβαια με τον στρεβλό τρόπο που έγινε πρόσφατα με τα vouchers) και η αναβάθμιση του ρόλου της δια βίου μάθησης και της επαγγελματικής κατάρτισης.

Επιπρόσθετα δεν μπορεί να υπάρξει μετάβαση στη σύγχρονη εποχή αν δεν υπάρξει μετάβαση από μια υποβαθμισμένη και παραμελημένη επαγγελματική εκπαίδευση σε ένα σύγχρονο πεδίο που θα υποστηρίζει εξίσου το νέο επαγγελματικό αλλά και κοινωνικό ρόλο των αποφοίτων της.

Εφαρμόζοντας όλα τα παραπάνω θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε ως χώρα από τον αδιέξοδο δρόμο της κακοπληρωμένης και μικρής προστιθέμενης αξίας εργασίας που οδηγεί τους πολίτες της να έχουν σήμερα ένα μη αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και θα μπορέσουμε να έχουμε ένα καλύτερο μέλλον, ευημερίας και ανάπτυξης.

*Ο Γιάννης Πούπκος είναι οικονομολόγος και Γενικός Σύμβουλος ΓΣΕΕ

ΠΗΓΗ: thecaller.gr

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here