Χρόνος εργασίας, υγεία και ασφάλεια: Η απορρύθμιση του ωραρίου δεν είναι μια πολιτική επιλογή, δίχως συνέπειες

0
23
Τα τελευταία χρόνια, ο χρόνος εργασίας επανέρχεται στο επίκεντρο των εργασιακών σχέσεων όχι απλώς ως ζήτημα ευελιξίας ή παραγωγικότητας, αλλά ως κρίσιμο πεδίο προστασίας της υγείας, της ασφάλειας και της ισότητας στην εργασία. Η διεθνής εποπτική πρακτική του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (Δ.Ο.Ε.) αναδεικνύει με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η αποδυνάμωση των ορίων του ωραρίου, η επέκταση της υπερωριακής απασχόλησης και η χαλάρωση των περιόδων ανάπαυσης δεν συνιστούν απλώς επιλογές στο πεδίο χάραξης της πολιτικής.

Αντίθετα, συνδέονται συστηματικά με αυξημένη κόπωση, εργατικά ατυχήματα, εντονότερους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους και σοβαρές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο οξύ σε κλάδους αυξημένου κινδύνου ή σε επιχειρήσεις συνεχούς λειτουργίας, όπου τα παρατεταμένα ωράρια σωρεύονται στις υπόλοιπες ελλείψεις της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων.

Άλλωστε, και υπό το φως του ενωσιακού δικαίου (Οδηγία 2003/88), της νομολογίας του ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (Δ.Ε.Ε.  9.3.2021, C-344/19,Radiotelevizija  Slovenija – Δ.Ε.Ε.  10.9.2015,  C-266/14, Federación  de  Servicios  Privados  del  sindicato  Comisiones  obreras), αλλά και των εθνικών διατάξεων που μετέφεραν την ως άνω Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (π.δ. 88/1999), οι υποχρεώσεις τήρησης των ελάχιστων περιόδων ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης και της μέγιστης εβδομαδιαίας εργασίας, προσεγγίζονται μόνο από την σκοπιά της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται διεθνώς στην υπερωριακή εργασία και στη συστηματική υπέρβαση των εύλογων ορίων απασχόλησης. Η σχετική πρακτική υπογραμμίζει ότι τα μακρά ωράρια, όταν δεν συνοδεύονται από ουσιαστική ανάπαυση, είναι ασύμβατα με την αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία. Ο περιορισμός της υπερωρίας δεν αντιμετωπίζεται, έτσι, ως απλό οργανωτικό μέτρο, αλλά ως βασική προϋπόθεση πρόληψης της κόπωσης και μείωσης του κινδύνου ατυχημάτων.

Ανάλογη είναι και η προσέγγιση ως προς τη νυχτερινή εργασία, η οποία αναγνωρίζεται ως ιδιαίτερα επιβαρυντική μορφή απασχόλησης. Οι αυξημένοι κίνδυνοι για την υγεία, την ασφάλεια και την κοινωνική ζωή των εργαζομένων καθιστούν αναγκαίες ειδικές εγγυήσεις προστασίας, ιδίως για ευάλωτες κατηγορίες, όπως οι έγκυοι, οι εργαζόμενοι με προβλήματα υγείας ή απασχολούμενοι μεγαλύτερης ηλικίας

Στη σύγχρονη αυτή συζήτηση εντάσσεται πλέον και η τηλεργασία. Παρότι μπορεί να διευρύνει την πρόσβαση στην απασχόληση, ιδίως για ομάδες που αντιμετωπίζουν εμπόδια συμμετοχής στην αγορά εργασίας, ενέχει και σοβαρούς κινδύνους όταν απουσιάζουν σαφή όρια μεταξύ εργασίας και ανάπαυσης. Χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις υγείας και ασφάλειας και χωρίς πραγματικό δικαίωμα αποσύνδεσης, η τηλεργασία μπορεί να οδηγήσει σε αδήλωτο υπερβάλλον χρόνο εργασίας, δηλαδή σε έναν ακόμη παράγοντα εντατικοποίησης της εργασίας.

Η προβληματική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και στην ελληνική πραγματικότητα. Οι πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις, με έμφαση στην ενίσχυση της ευελιξίας, στη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, στην επέκταση των υπερωριακού χρόνου απασχόλησης και, στην (υπό προϋποθέσεις) μετατροπή του πενθήμερου συστήματος απασχόλησης σε εξαήμερο, δημιουργούν ένα νέο τοπίο. Σε ένα περιβάλλον όπου εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις ως προς την αποτελεσματική επιβολή του δικαίου και όπου ορισμένοι τομείς εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά εργατικών ατυχημάτων, η χαλάρωση των εγγυήσεων του χρόνου εργασίας δεν μπορεί να ιδωθεί ως ουδέτερη μεταρρύθμιση.

Καθοριστικός είναι, τέλος, ο ρόλος της Επιθεώρησης Εργασίας. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι αποδυναμωμένοι, υποστελεχωμένοι ή κατακερματισμένοι, τα όρια του χρόνου εργασίας παραμένουν συχνά ανεφάρμοστα στην πράξη, ιδίως σε κλάδους υψηλού κινδύνου. Καθοριστική κρίνεται και η συμβολή της στη χώρα μας, ιδίως μετά την καθιέρωση της σήμανσης της ψηφιακής κάρτας εργασίας (Ν.4808/2021), η οποία μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο στα χέρια της Επιθεώρησης Εργασίας για την αποτελεσματικότερη παρακολούθηση της τήρησης του ωραρίου και τον εντοπισμό παραβάσεων.

Συμπερασματικά, η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει ότι ο χρόνος εργασίας, η επαγγελματική υγεία και ασφάλεια και η αποτελεσματική εφαρμογή του εργατικού δικαίου αποτελούν ένα ενιαίο σύστημα προστασίας. Η αποδυνάμωση του ενός επηρεάζει αναπόφευκτα και τα υπόλοιπα. Για τον λόγο αυτό, η ρύθμιση του χρόνου εργασίας δεν είναι απλώς ζήτημα οργάνωσης των επιχειρήσεων και του τομέα της οικονομίας γενικότερα, αλλά κρίσιμο πεδίο δημόσιας πολιτικής με άμεσες συνέπειες για την υγεία, την ασφάλεια, την ισότητα και την κοινωνική συνοχή.

Δικηγόρος Εργατολόγος