Τί χρειάζεται να γνωρίζει ο εργαζόμενος ως προς τα όρια του διαλείμματος για κάπνισμα στην εργασία;

0
20
Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου.
Η συνήθεια του καπνίσματος κατά τη διάρκεια του εργασιακού ωραρίου αποτελεί ένα πρακτικό ζήτημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερο τις σύγχρονες επιχειρήσεις, ιδίως υπό το πρίσμα της ανάγκης για διατήρηση υψηλής παραγωγικότητας και εύρυθμης λειτουργίας. Πέραν της καθημερινής πρακτικής, ανακύπτουν και ουσιώδη νομικά ερωτήματα: σε ποιο βαθμό επιτρέπονται τα διαλείμματα για κάπνισμα και κατά πόσο ο εργοδότης μπορεί να αξιώσει την αναπλήρωση του χρόνου που αφιερώνεται σε αυτά;

Κατ’ αρχάς, διευκρινίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Π.Δ. 88/1999, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, όταν ο ημερήσιος χρόνος εργασίας υπερβαίνει τις τέσσερις συνεχείς ώρες, ο εργαζόμενος δικαιούται διάλειμμα διάρκειας τουλάχιστον δεκαπέντε λεπτών, κατά τη διάρκεια του οποίου επιτρέπεται η απομάκρυνσή του από τη θέση εργασίας. Το διάλειμμα πρέπει να χορηγείται εντός του ωραρίου εργασίας και όχι σε συνεχή χρόνο με την έναρξη ή τη λήξη αυτού, προκειμένου να επιτελεί τον σκοπό του, δηλαδή την αποφόρτιση και την προστασία της υγείας και ασφάλειας του εργαζομένου.

Επισημαίνεται ότι, κατά κανόνα, το διάλειμμα δεν λογίζεται ως αμειβόμενος χρόνος εργασίας, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από ευνοϊκότερη διάταξη νόμου, συλλογική σύμβαση ή ατομική συμφωνία. Ως εκ τούτου, η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης παρατείνεται αντίστοιχα, ώστε να συμπληρωθεί το συμφωνημένο ωράριο.

Στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται σαφές ότι, όταν τα διαλείμματα για κάπνισμα εντάσσονται εντός των προβλεπόμενων χρονικών ορίων του διαλείμματος, δεν γεννάται ζήτημα περικοπής αποδοχών ή άλλης συνέπειας. Το ζήτημα, ωστόσο, διαφοροποιείται όταν ο εργαζόμενος προβαίνει σε επαναλαμβανόμενες και εκτεταμένες διακοπές για κάπνισμα, υπερβαίνοντας τα καθορισμένα χρονικά όρια, με αποτέλεσμα να εκτελεί πλημμελώς τις υποχρεώσεις του.

Στην περίπτωση αυτή, η αυθαίρετη υπέρβαση των ορίων του διαλείμματος συνιστά παραβίαση των όρων εργασίας. Σύμφωνα με τη βασική αρχή του εργατικού δικαίου «ουδεμία αμοιβή χωρίς παροχή εργασίας», ο εργοδότης δύναται να προβεί σε αντίστοιχη περικοπή αποδοχών για τον χρόνο κατά τον οποίο δεν παρέχεται εργασία, ενώ, περαιτέρω, δεν αποκλείεται η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων, εφόσον η συμπεριφορά αυτή επαναλαμβάνεται και επηρεάζει τη λειτουργία της επιχείρησης. Τούτο δε διότι το κάπνισμα δεν αναγνωρίζεται ως αναγκαία βιολογική ανάγκη, σε αντίθεση με άλλες σύντομες και εύλογες διακοπές, όπως η χρήση υγειονομικών εγκαταστάσεων. Ως εκ τούτου, δεν απολαμβάνει της ίδιας προστασίας ως προς τη συχνότητα και τη διάρκειά του εντός του εργασιακού χρόνου.

Η ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των εύλογων απαιτήσεων του εργοδότη είναι θεμελιώδης για την ομαλή εργασιακή σχέση, με τα διαλείμματα –ακόμη και για κάπνισμα– να είναι αποδεκτά μόνο εντός καθορισμένων ορίων, καθώς η καταχρηστική υπέρβασή τους δύναται να επιφέρει συνέπειες. Παράλληλα, πρακτικές όπως η αναπλήρωση του χρόνου για επιπλέον διαλείμματα υιοθετούνται από επιχειρήσεις ως άτυπες λύσεις, χωρίς όμως σαφή νομική θεμελίωση, έχουν δε αποτελέσει αντικείμενο κριτικής και ενδέχεται να δημιουργήσουν πρακτικές δυσχέρειες, ιδίως σε επιχειρήσεις που εφαρμόζουν σύστημα ψηφιακής κάρτας εργασίας. Συνεπώς, η σαφής ενημέρωση, η τήρηση κανόνων και η καλή πίστη και από τις δύο πλευρές αποτελούν τη βάση για ένα δίκαιο και παραγωγικό εργασιακό περιβάλλον.