Το 12,5% των μισθωτών στην Ελλάδα βρίσκεται σε καθεστώς ακούσιας ευέλικτης απασχόλησης, σύμφωνα με το Eurofound. Τα όρια της συμβατικής ελευθερίας, οι προστατευτικές διατάξεις του εργατικού δικαίου και η νέα ευρωπαϊκή έρευνα που αναμένεται τον Δεκέμβριο του 2026.
Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου
Η ευελιξία αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης αγοράς εργασίας. Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η μερική απασχόληση και οι εναλλακτικές μορφές οργάνωσης του χρόνου εργασίας προσφέρουν στις επιχειρήσεις δυνατότητες προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, ενώ μπορούν να εξυπηρετούν και τις ανάγκες των εργαζομένων για καλύτερη εξισορρόπηση επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Ωστόσο, η ευελιξία δεν αποτελεί πάντοτε προϊόν ελεύθερης επιλογής.
Για σημαντικό αριθμό εργαζομένων, η αποδοχή μιας σύμβασης περιορισμένης διάρκειας ή μειωμένου ωραρίου δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές επαγγελματικές τους επιδιώξεις, αλλά συνιστά αναγκαστική προσαρμογή στις διαθέσιμες ευκαιρίες απασχόλησης.
Αυτή τη διάσταση αναδεικνύει η ανάλυση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound), η οποία επαναφέρει στο προσκήνιο τα ευρήματα της μελέτης Constrained flexibility: Involuntary non-standard employment in the European Union. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το 8,8% των μισθωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε καθεστώς ακούσιας μη τυπικής απασχόλησης (Involuntary Non-standard Employment – INE).
Πρόκειται για εργαζομένους που απασχολούνται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου επειδή δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μόνιμη θέση εργασίας, με μερική απασχόληση επειδή δεν βρίσκουν εργασία πλήρους ωραρίου ή με συνδυασμό των δύο αυτών χαρακτηριστικών.
Παρότι το ποσοστό έχει μειωθεί από το 12,7% που είχε καταγραφεί το 2015, η έκταση του φαινομένου εξακολουθεί να προκαλεί προβληματισμό ως προς την ποιότητα των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται στην Ευρώπη.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Η Ελλάδα εμφανίζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης του Eurofound για το 2024, η ακούσια μη τυπική απασχόληση αντιστοιχεί στο 12,5% των μισθωτών, κατατάσσοντας τη χώρα στην έκτη υψηλότερη θέση μεταξύ των 27 κρατών μελών της ΕΕ.
Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες όπου το φαινόμενο έχει ενισχυθεί μακροχρόνια.
Ενώ σε 19 κράτη μέλη καταγράφεται μείωση της ακούσιας ευέλικτης απασχόλησης μεταξύ 2006 και 2024, στην Ελλάδα σημειώνεται αύξηση κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες, μία από τις μεγαλύτερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η εικόνα γίνεται περισσότερο αποκαλυπτική όταν εξετάζονται χωριστά οι δύο βασικές μορφές απασχόλησης.
Στην Ελλάδα, η προσωρινή απασχόληση αντιστοιχεί στο 12,1% των μισθωτών. Ωστόσο, το 84,5% όσων εργάζονται προσωρινά δηλώνει ότι η συγκεκριμένη μορφή απασχόλησης δεν αποτελεί πραγματική επιλογή του.
Αντίστοιχα, η μερική απασχόληση αντιστοιχεί στο 6,5% της απασχόλησης, αλλά το 54,5% των εργαζομένων αυτής της κατηγορίας δηλώνει ότι θα προτιμούσε εργασία πλήρους ωραρίου.
Τα ποσοστά αυτά καταδεικνύουν ότι το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι μόνο η διάδοση των ευέλικτων συμβάσεων, αλλά κυρίως ο βαθμός στον οποίο οι εργαζόμενοι έχουν πραγματική δυνατότητα επιλογής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ολλανδία η μερική απασχόληση είναι πολύ περισσότερο διαδεδομένη, αλλά το ποσοστό εκείνων που την αποδέχονται ακούσια είναι εξαιρετικά περιορισμένο.
Συνεπώς, η ίδια συμβατική μορφή μπορεί να εξυπηρετεί διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές λειτουργίες, ανάλογα με τη διάρθρωση της αγοράς εργασίας, τη διαπραγματευτική θέση των εργαζομένων και το επίπεδο κοινωνικής προστασίας.
Το νομικό ζήτημα
Από εργατολογική άποψη, τα ευρήματα αναδεικνύουν μια ουσιώδη διάκριση μεταξύ της τυπικής συναίνεσης στη σύναψη μιας σύμβασης εργασίας και της πραγματικής δυνατότητας του εργαζομένου να επιλέξει τους όρους απασχόλησής του.
Στο ελληνικό εργατικό δίκαιο, τόσο η σύμβαση ορισμένου χρόνου όσο και η μερική απασχόληση αποτελούν καταρχήν νόμιμες μορφές εξαρτημένης εργασίας.
Η νομιμότητά τους, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι μπορούν να χρησιμοποιούνται χωρίς περιορισμούς ή ότι επιτρέπεται να οδηγούν σε δυσμενή μεταχείριση των εργαζομένων.
Το εργατικό δίκαιο αναγνωρίζει τη δομική ανισότητα διαπραγματευτικής ισχύος μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου και θεσπίζει αναγκαστικού δικαίου κανόνες προστασίας.
Η ακούσια ευέλικτη απασχόληση, όπως καταγράφεται από το Eurofound, δεν ταυτίζεται αυτομάτως με παράνομη απασχόληση. Ένας εργαζόμενος μπορεί να αποδέχεται μια απολύτως νόμιμη σύμβαση ορισμένου χρόνου επειδή δεν έχει άλλη επαγγελματική επιλογή.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία: η στατιστική διαπίστωση της ακούσιας απασχόλησης δεν θεμελιώνει από μόνη της παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας.
Αποτελεί, όμως, ένδειξη ότι η συμβατική ευελιξία ενδέχεται να συνυπάρχει με περιορισμένη διαπραγματευτική αυτονομία.
Συμβάσεις ορισμένου χρόνου
Ιδιαίτερη σημασία έχει το θεσμικό πλαίσιο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
Η Οδηγία 1999/70/ΕΚ, η οποία ενσωματώνει την ευρωπαϊκή συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, επιδιώκει αφενός την προστασία από τις διακρίσεις και αφετέρου την αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων.
Στην ελληνική έννομη τάξη, για τις σχέσεις εργασίας του ιδιωτικού τομέα, η σχετική προστασία εξειδικεύεται με το Π.Δ. 81/2003, όπως έχει τροποποιηθεί.
Όταν δεν συντρέχει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί τις ανανεώσεις και η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων υπερβαίνει τα τρία έτη ή οι ανανεώσεις υπερβαίνουν τις τρεις μέσα σε διάστημα τριών ετών, ενεργοποιείται το προβλεπόμενο τεκμήριο κάλυψης πάγιων και διαρκών αναγκών.
Στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει ζήτημα χαρακτηρισμού της εργασιακής σχέσης ως αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις και τις ιδιαίτερες περιστάσεις.
Δεν είναι, επομένως, η σύμβαση ορισμένου χρόνου καθαυτή που δημιουργεί πρόβλημα νομιμότητας, αλλά η ενδεχόμενη χρησιμοποίησή της για την κάλυψη αναγκών που έχουν στην πραγματικότητα μόνιμο χαρακτήρα.
Μερική απασχόληση
Αντίστοιχα, η μερική απασχόληση υπόκειται σε ειδικούς προστατευτικούς κανόνες.
Το άρθρο 113 του Π.Δ. 62/2025, που περιλαμβάνεται στον Κώδικα Εργατικού Δικαίου, προβλέπει την έγγραφη συμφωνία για τη μερική απασχόληση και το τεκμήριο πλήρους απασχόλησης όταν δεν τηρείται ο προβλεπόμενος έγγραφος τύπος.
Παράλληλα, κατοχυρώνεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μερικώς απασχολουμένων σε σχέση με συγκρίσιμους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, εκτός εάν αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούν διαφορετική μεταχείριση.
Οι αποδοχές υπολογίζονται αναλογικά προς τον συμφωνημένο χρόνο εργασίας, χωρίς η μερική απασχόληση να συνεπάγεται απώλεια των βασικών εργασιακών δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η προστασία του εργαζομένου απέναντι στη μονομερή επιβολή μερικής απασχόλησης. Η άρνησή του να αποδεχθεί πρόταση μετατροπής της σύμβασης πλήρους απασχόλησης σε μερική δεν συνιστά νόμιμο λόγο καταγγελίας της σύμβασης.
Επιπλέον, το ελληνικό δίκαιο προβλέπει δικαίωμα προτεραιότητας των μερικώς απασχολουμένων για διαθέσιμες θέσεις πλήρους απασχόλησης στην ίδια επιχείρηση, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Η προστασία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν ο εργαζόμενος δεν επιθυμεί τη διατήρηση μειωμένου ωραρίου, αλλά επιδιώκει τη μετάβασή του σε πλήρη απασχόληση.
Γυναίκες και νέοι
Η μελέτη του Eurofound αναδεικνύει επίσης μια σαφή κοινωνική διάσταση.
Οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν το 59% των εργαζομένων που βρίσκονται σε ακούσια μη τυπική απασχόληση, ενώ περισσότεροι από τους μισούς εργαζομένους αυτής της κατηγορίας είναι ηλικίας κάτω των 40 ετών.
Η έμφυλη διαφοροποίηση συνδέεται κυρίως με τη μερική απασχόληση.
Οι γυναίκες εμφανίζουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εργάζονται λιγότερες ώρες από όσες επιθυμούν, ενώ στην προσωρινή απασχόληση οι διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι μικρότερες.
Το Eurofound επισημαίνει μάλιστα ότι η πραγματική έκταση του προβλήματος ενδέχεται να υποεκτιμάται.
Η στατιστική μεθοδολογία αντιμετωπίζει ως εθελοντική τη μερική απασχόληση όταν ο εργαζόμενος επικαλείται οικογενειακές υποχρεώσεις ή ευθύνες φροντίδας.
Ωστόσο, όταν η επιλογή αυτή υπαγορεύεται από την έλλειψη διαθέσιμων ή οικονομικά προσιτών υπηρεσιών φροντίδας, η πραγματική ελευθερία επιλογής περιορίζεται.
Από την οπτική του εργατικού δικαίου, το ζήτημα συνδέεται με την ουσιαστική ισότητα των φύλων, την προστασία της οικογενειακής ζωής και τη δυνατότητα ισότιμης συμμετοχής στην αγορά εργασίας.
Οι κλάδοι
Η έρευνα διαπιστώνει ότι η ακούσια μη τυπική απασχόληση συγκεντρώνεται ολοένα περισσότερο σε συγκεκριμένους κλάδους υπηρεσιών.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο τουρισμός και η φιλοξενία, οι υπηρεσίες διοικητικής υποστήριξης και η εργασία σε ιδιωτικά νοικοκυριά.
Παράλληλα, αυξανόμενη σύνδεση με το φαινόμενο εμφανίζουν η υγεία, η εκπαίδευση και άλλες υπηρεσίες.
Σύμφωνα με το Eurofound, οι εργαζόμενοι στους τελευταίους αυτούς τομείς είχαν το 2024 περίπου διπλάσια πιθανότητα ακούσιας μη τυπικής απασχόλησης σε σχέση με το 2014.
Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η εργασιακή επισφάλεια δεν περιορίζεται πλέον αποκλειστικά σε παραδοσιακά εποχικούς κλάδους ή σε επαγγέλματα χαμηλής



