Σύμφωνα με τον ν. 551/1915 και την ελληνική νομολογία, ως εργατικό ατύχημα νοείται κάθε ατύχημα που επέρχεται στον εργαζόμενο από βίαιο συμβάν, κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, και το οποίο έχει ως συνέπεια την ανικανότητά του προς εργασία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ημερών ή ακόμη και τον θάνατό του, εφόσον το συμβάν δεν προκλήθηκε με πρόθεση από τον ίδιο τον παθόντα.
Έτσι, ως εργατικό θεωρείται το ατύχημα που επήλθε στον μισθωτό όχι μόνο κατά τη διάρκεια της εργασίας του, αλλά και εξ αφορμής αυτής. Δηλαδή, το βίαιο ζημιογόνο περιστατικό θα πρέπει να επέλθει στον μισθωτό είτε «κατά την εκτέλεση» της εργασίας του, ήτοι στον συμφωνημένο τόπο εργασίας και κατά τον χρόνο απασχόλησης αυτού, είτε «με αφορμή αυτής», δηλαδή ως άμεση συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας, υπό την έννοια ότι, εξαιτίας της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του, και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία.
Με άλλα λόγια, εργατικό ατύχημα μπορεί να επέλθει πριν, κατά ή και μετά την εκτέλεση της εργασίας, αλλά οπωσδήποτε με αφορμή την παροχή αυτής. Χαρακτηριστική περίπτωση εργατικού ατυχήματος που λαμβάνει χώρα «εξ αφορμής» της εργασίας αποτελεί αυτό που επέρχεται κατά τη μετάβαση του εργαζομένου από την οικία στην εργασία του και την επιστροφή του από αυτήν στην οικία του. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι για τον χαρακτηρισμό ενός τέτοιου ατυχήματος ως εργατικού, ο εργαζόμενος, πρέπει να είχε ακολουθήσει τη συνήθη, ενδεδειγμένη και ασφαλέστερη διαδρομή. Για παράδειγμα, εάν ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια της επιστροφής του από την εργασία, παρεκκλίνει από τη συνήθη διαδρομή του προκειμένου να πραγματοποιήσει στάση σε σούπερ-μάρκετ για να προμηθευθεί προϊόντα, και, κατόπιν της στάσης αυτής, εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα, τότε το τελευταίο δεν χαρακτηρίζεται ως «εργατικό», καθώς θεωρείται ότι έχει διακοπεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφενός της παροχής εργασίας και αφετέρου του ατυχήματος.
Εξάλλου, το εργατικό ατύχημα μπορεί να οφείλεται είτε σε πταίσμα του εργοδότη, είτε σε πταίσμα του ίδιου του εργαζόμενου ή και σε πταίσμα τρίτου προσώπου. Στην πρόκληση του εργατικού ατυχήματος δεν αποκλείεται να υφίσταται συνυπαιτιότητα τόσο του εργοδότη, όσο και του μισθωτού ή/και τρίτου προσώπου, ενώ υπάρχει περίπτωση το ατύχημα να είναι συνέπεια τυχαίου περιστατικού ή να οφείλεται σε «ανώτερη βία». Εργατικό ατύχημα κατά την επιστροφή από την εργασία μπορεί να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη, όταν π.χ. ο εργαζόμενος, οδηγώντας τη νύχτα κατά την επιστροφή του στην οικία του έπειτα από παροχή πολύωρης και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης και λόγω υπέρμετρης κόπωσης, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα.
Ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη ευθύνης εκ μέρους του εργοδότη, ο τελευταίος οφείλει να αναγγείλει το εργατικό ατύχημα εντός 24 ωρών στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές και στις αρμόδιες υπηρεσίες του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος.
Στον παθόντα εργαζόμενο οφείλεται, σύμφωνα με τον ως άνω ν. 551/1915 περί εργατικών ατυχημάτων, μειωμένη αποζημίωση από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως πταίσματος αυτού, καθώς η ευθύνη του θεωρείται αντικειμενική. Εάν, όμως, ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ, τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση για καταβολή αποζημίωσης. Πάντως, εάν το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη, τότε ο εργαζόμενος μπορεί να διεκδικήσει επιπλέον και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ατύχημα, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Συμπερασματικά, τροχαίο ατύχημα που λαμβάνει χώρα κατά την επιστροφή του εργαζομένου από την εργασία του μπορεί να χαρακτηριστεί ως εργατικό ατύχημα, εφόσον τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παροχή της εργασίας και ο εργαζόμενος ακολούθησε τη συνήθη και ενδεδειγμένη διαδρομή. Η ύπαρξη ή μη πταίσματος του εργοδότη, του εργαζομένου ή τρίτου προσώπου δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό του ατυχήματος ως εργατικού, αλλά επηρεάζει τις έννομες συνέπειες και τις αξιώσεις που απορρέουν από αυτό. Για τον λόγο αυτό, κάθε περιστατικό πρέπει να αξιολογείται με βάση τις ειδικές πραγματικές του συνθήκες, προκειμένου να διαπιστωθεί τόσο ο χαρακτηρισμός του ατυχήματος όσο και η έκταση της ευθύνης των εμπλεκομένων μερών.
Δικηγόρος Εργατολόγος



