της Πελαγίας Τριχάκη, Νομικής Συνεργάτιδας
της Δικηγορικής Εταιρείας «Καρούζος Γιάννης & Συνεργάτες»
Κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος δεσμεύεται από την υποχρέωση πίστης προς τον εργοδότη και οφείλει να απέχει από πράξεις ανταγωνισμού. Μετά, όμως, τη λύση της σύμβασης, αφετηρία αποτελεί η αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας: ο εργαζόμενος μπορεί, καταρχήν, να αξιοποιήσει ελεύθερα τις γνώσεις, την εμπειρία και τις δεξιότητες που απέκτησε και να δραστηριοποιηθεί είτε αυτοτελώς είτε σε ανταγωνιστική επιχείρηση.
Μετά τη λύση ή λήξη της εργασιακής σχέσης, ο εργαζόμενος δεσμεύεται να απέχει από πράξεις ανταγωνισμού, μόνο εφόσον έχει συμφωνηθεί ρητά, μεταξύ αυτού και του εργοδότη, με σχετική ρήτρα στη σύμβαση. Οι ρήτρες αυτές είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτές, υπόκεινται όμως σε αυστηρό δικαστικό έλεγχο ως προς τη συμβατότητά τους με τα άρθρα 178, 179 και 281 ΑΚ, με βασικό κριτήριο το κατά πόσον συνεπάγονται υπέρμετρο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας του εργαζομένου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, πρώτα απ’ όλα, η χρονική διάρκεια της δέσμευσης. Η νομολογία κρίνει συνήθως ως εύλογο χρονικό διάστημα εκείνο που κυμαίνεται από ένα έως δύο έτη μετά τη λύση της σύμβασης, αναλόγως της θέσης που κατείχε ο εργαζόμενος, της πρόσβασής του σε ευαίσθητες πληροφορίες και της φύσης των επιχειρηματικών συμφερόντων που επιδιώκεται να προστατευθούν. Μεγαλύτερη διάρκεια ενδέχεται να θεωρηθεί δυσανάλογη, εκτός εάν δικαιολογείται από ειδικές περιστάσεις. Εάν η διάρκεια ισχύος της ρήτρας κριθεί υπερβολική, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να την περιορίσει.
Εξίσου κρίσιμος είναι ο σαφής προσδιορισμός του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της ρήτρας. Ο περιορισμός θα πρέπει να αφορά μόνο τις περιοχές όπου ο εργοδότης αναπτύσσει πράγματι δραστηριότητα και όπου ο εργαζόμενος θα μπορούσε ρεαλιστικά να ασκήσει ανταγωνιστική δράση. Σε περίπτωση θέσης ρήτρας χωρίς προσδιορισμό της γεωγραφικής έκτασης ισχύος της, αυτή ενδέχεται να κριθεί άκυρη από τα ελληνικά δικαστήρια, με αποτέλεσμα να μη δεσμεύει τον εργοδότη.
Αναγκαίο στοιχείο για την εγκυρότητα της ρήτρας είναι, επίσης, η σαφής οριοθέτηση του αντικειμένου της απαγορευμένης δραστηριότητας. Μια γενική απαγόρευση απασχόλησης «σε ανταγωνιστική επιχείρηση» συχνά κρίνεται υπέρμετρα ευρεία. Η ρήτρα οφείλει να συνδέεται λειτουργικά με τη συγκεκριμένη θέση και τα καθήκοντα του εργαζομένου, καθώς και με την πρόσβασή του σε κρίσιμα στοιχεία της επιχείρησης, όπως εμπορικά μυστικά, τεχνογνωσία ή πελατολόγιο. Εάν η απαγόρευση οδηγεί σε ουσιαστικό αποκλεισμό από το αντικείμενο της επαγγελματικής εξειδίκευσης του εργαζομένου, χωρίς να του αφήνει ρεαλιστικές επαγγελματικές διεξόδους, είναι πιθανό να χαρακτηριστεί καταχρηστική και, συνεπώς, άκυρη.
Τέλος, ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το ζήτημα της οικονομικής αντιπαροχής. Αν και η πρόβλεψη ειδικού ανταλλάγματος δεν αποτελεί πάντοτε απόλυτη προϋπόθεση εγκυρότητας, η απουσία του συνεκτιμάται, ιδίως όταν οι περιορισμοί είναι εκτεταμένοι. Η πρόβλεψη εύλογης αποζημίωσης υπέρ του εργαζομένου λειτουργεί εξισορροπητικά και ενισχύει τη βιωσιμότητα της ρήτρας σε ενδεχόμενο δικαστικό έλεγχο.
Ενδεικτική είναι η απόφαση υπ’ αριθμ. 6181/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Στην υπόθεση αυτή είχε συμφωνηθεί ρήτρα διάρκειας τριών ετών, με απαγόρευση ανταγωνιστικής δραστηριότητας στην Ελλάδα και την Κύπρο και ποινική ρήτρα περίπου 118.000 ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε σε διπλάσιο των ετήσιων αποδοχών της εργαζόμενης. Ως ειδικό αντάλλαγμα προβλεπόταν μηνιαίο επίδομα 200 ευρώ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τόσο η διάρκεια όσο και το ύψος της ποινικής ρήτρας ήταν υπέρμετρα και τα περιόρισε σε δύο έτη και σε 21.600 ευρώ, αντίστοιχα.
Συμπερασματικά, οι ρήτρες μετασυμβατικού ανταγωνισμού δεν δύνανται να περιορίζουν την επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου, κατά τρόπο που ο τελευταίος εμποδίζεται από την άσκηση του επαγγέλματός του. Η επαγγελματική ελευθερία αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα και κάθε περιορισμός της πρέπει να είναι συγκεκριμένος, αναλογικός και δικαιολογημένος, προκειμένου να θεωρηθεί έγκυρος.



