Αποζημίωση σε δημόσιο υπάλληλο που δεν της χορηγήθηκε άδεια να εργαστεί ως καθηγήτρια

0
9
Κατά την ελληνική νομοθεσία, η αμειβόμενη άσκηση ιδιωτικού έργου από δημόσιο υπάλληλο επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις και κατόπιν σχετικής άδειας από την υπηρεσία του υπαλλήλου.

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 31 του Κώδικα Κατάστασης Δημόσιων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., αυτή η άδεια χορηγείται εφόσον η εργασία είναι συμβατή με τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου, δηλαδή δεν δημιουργείται σύγκρουση συμφερόντων ή πλήγμα στο κύρος της δημόσιας υπηρεσίας, δεν παρεμποδίζεται η ομαλή εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν πρόκειται για άσκηση εμπορικής δραστηριότητας.

Ένα μεγάλο ερώτημα που έχει αναδειχθεί, αφορά τη δυνατότητα ενός δημοσίου υπαλλήλου που είναι ήδη σε άδεια άνευ αποδοχών να εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα. Όσο διαρκεί, άλλωστε, η άδεια άνευ αποδοχών, ο υπάλληλος απαλλάσσεται από την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες του και στερείται των αποδοχών του, όμως δεν αναστέλλεται η δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητά του. Πρακτικά, αυτό μπορεί να συμβεί σε αρκετές περιπτώσεις, για παράδειγμα άδεια για ανατροφή τέκνου, άδεια για ιατρικό λόγο, για σπουδές, κ.α. Μπορούν λοιπόν να εργαστούν αλλού;

Κατά τη νομολογία και σύμφωνα με την υπ’ αρ. Α245/2026 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου, το ζήτημα λύθηκε προς την κατεύθυνση ότι η μία άδεια δεν αποκλείει την άλλη. Κρίθηκε, από το Δικαστήριο, ότι πολιτική υπάλληλος της Ελληνικής Αστυνομίας η οποία ήταν σε άδεια ανατροφής τέκνου άνευ αποδοχών μπορούσε νόμιμα να αιτηθεί να εργαστεί και ως καθηγήτρια. Όμως το αρμόδιο να κρίνει το αίτημά της Συμβούλιο το είχε απορρίψει, θεωρώντας ότι η χορήγηση τέτοιας άδειας ακύρωνε τον σκοπό της άδειας ανατροφής τέκνου.

Το ζήτημα που απασχόλησε το δικαστήριο, αφορούσε δύο επιμέρους αιτήματα της ενάγουσας και συγκεκριμένα αφενός το αίτημα χορήγησης άδειας άνευ αποδοχών 1 έτους για ανατροφή του ανήλικου παιδιού της και αφετέρου το αίτημα χορήγησης άδειας άσκησης ιδιωτικού έργου με αμοιβή για την ίδια περίοδο.

Η ενάγουσα εκθέτει στην Αγωγή της ότι ζήτησε και έγινε δεκτό να πάρει άδεια άνευ αποδοχών για έναν χρόνο, προκειμένου να φροντίζει το ανήλικο παιδί της, όπως προβλέπεται, και πράγματι η άδεια αυτή χορηγήθηκε ως οφειλόταν. Παράλληλα, ζήτησε άδεια για να εργαστεί κατά το ίδιο διάστημα ως αναπληρώτρια καθηγήτρια με μειωμένο ωράριο 10 ωρών την εβδομάδα. Το αρμόδιο να κρίνει το αίτημά της Συμβούλιο δεν το έκανε δεκτό.

Προσφεύγοντας στη δικαιοσύνη η υπάλληλος, υποστήριξε ότι πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η προβαλλόμενη «σύγκρουση» των δύο αδειών αφενός ουδόλως υφίστατο, καθώς η εργασία της ως καθηγήτρια δεν θα επηρέαζε την άσκηση των καθηκόντων της αφού κατά το διάστημα αυτό δεν θα εργαζόταν στην υπηρεσία της, αφετέρου ότι δεν επιτρέπεται το Συμβούλιο να προσθέτει επιπλέον προϋποθέσεις για την χορήγηση της άδειας πέραν αυτών που ρητά απαριθμούνται. Υποστήριξε, λοιπόν, ότι εξαιτίας αυτής της παράνομης απόρριψης του αιτήματός της, έχασε τα εισοδήματα που θα λάμβανε ως εκπαιδευτικός και υπέστη ηθική βλάβη.

Το δικαστήριο έκρινε ότι πράγματι δεν είναι ασυμβίβαστες οι δύο αυτές άδειες και μπορούν να χορηγούνται παράλληλα, θεωρώντας παράνομη την αρνητική απόφαση της Διοίκησης, καθώς οι νόμιμες προϋποθέσεις πληρούνταν. Μάλιστα το Δικαστήριο όχι μόνο έκρινε ότι ήταν παράνομη η απόρριψη του αιτήματος, αλλά ότι επιπλέον από αυτή προκλήθηκε ηθική βλάβη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της διοίκησης να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση, συνεκτιμώντας τις συνθήκες και την αναστάτωση που προκλήθηκε στην μητέρα των δύο ανηλίκων παιδιών. Ως προς το σκέλος της Αγωγής όπου ζητούνταν η αποζημίωση για το «χαμένο» εισόδημα, το δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν ήταν αρμόδιο να το κρίνει και έπρεπε να ασκηθεί Αίτηση Ακύρωσης.

Επομένως, φαίνεται ότι το Δικαστήριο συμφώνησε με την ενάγουσα ότι δεν είναι ασυμβίβαστη η λήψη και των δύο αδειών ταυτόχρονα και η κρίση αυτή μπορεί να επηρεάσει την μετέπειτα νομολογία αλλά και τις αποφάσεις των οικείων Υπηρεσιακών Συμβουλίων από εδώ και στο εξής, καθιστώντας την απόφαση ιδιαιτέρως σημαντική.

Δικηγόρος Εργατολόγος