Μισθοί: Αυξήσεις 3,9% το 2027, αλλά μόλις 1,4% στην αγοραστική δύναμη – Τι προβλέπει ο προϋπολογισμός

0
19

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Κοντά στα 970 με 980 ευρώ ο κατώτατος μισθός από τον Απρίλιο του 2027 και στα 1.000 ευρώ το 2028 – Μείωση ασφαλιστικών εισφορών και αυξήσεις στο Δημόσιο – Το ΔΝΤ προβλέπει υψηλότερο πληθωρισμό, που απειλεί να εξανεμίσει σχεδόν ολόκληρη την αύξηση των αποδοχών.

Αυξήσεις στους μισθούς, οι οποίες όμως θα μεταφραστούν σε αισθητά μικρότερη ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, προβλέπει για το 2027 το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού που κατατέθηκε στη Βουλή.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου, οι ονομαστικές αμοιβές εξαρτημένης εργασίας ανά εργαζόμενο θα αυξηθούν κατά +3,9% το 2027, έναντι +3,7% το 2026. Ωστόσο, μετά την επίδραση του πληθωρισμού, η πραγματική αύξηση των αποδοχών προβλέπεται να περιοριστεί μόλις στο +1,4%, αναδεικνύοντας τη σημαντική απόσταση ανάμεσα στις ονομαστικές αυξήσεις και στην πραγματική βελτίωση του εισοδήματος.

Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη της νεότερες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για υψηλότερο πληθωρισμό στην Ελλάδα, τότε είναι απολύτως ορατός ο κίνδυνος οι ανατιμήσεις να απορροφήσουν σχεδόν το σύνολο των μισθολογικών αυξήσεων.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα διαμορφωθεί στο 4,2% το 2026 και στο 3,6% το 2027, έναντι 3,8% και 2,6% αντίστοιχα που προβλέπει ο κρατικός προϋπολογισμός. Η απόκλιση γίνεται ιδιαίτερα σημαντική το 2027, καθώς φτάνει τη μία ποσοστιαία μονάδα.

Για παράδειγμα, αν πράγματι οι μισθοί ενισχυθούν το 2027 ονομαστικά στην Ελλάδα κατά 3,9% (όπως προβλέπει ο προϋπολογισμός) αλλά ο πληθωρισμός κινηθεί στο 3,6% (όπως προβλέπει το ΔΝΤ), η πραγματική αύξηση των αποδοχών το 2027 θα μπορούσε να περιοριστεί σε μόλις +0,3%.

Αντίστοιχα, για το 2026, με ονομαστική αύξηση των αμοιβών κατά 3,7% και πληθωρισμό 4,2%, θα προέκυπτε πραγματική μείωση των αποδοχών περίπου 0,5%.

Συνεπώς, με βάση αυτό το συνδυαστικό σενάριο, η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων θα μπορούσε να υποχωρήσει το 2026 και να ανακάμψει οριακά το 2027.

Η σκιά του ΔΝΤ

Το ΔΝΤ εμφανίζεται πιο συγκρατημένο και στις προβλέψεις του για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Ενώ το προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά 2% το 2026 και 2,3% το 2027, το Ταμείο εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα περιοριστεί στο 1,8% και για τα δύο έτη.

Η χαμηλότερη ανάπτυξη, σε συνδυασμό με τον υψηλότερο πληθωρισμό, διαμορφώνει ένα δυσμενέστερο οικονομικό περιβάλλον. Από τη μία πλευρά, οι ανατιμήσεις περιορίζουν το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων. Από την άλλη, η ασθενέστερη ανάπτυξη μπορεί να επηρεάσει την κερδοφορία των επιχειρήσεων, την απασχόληση και τη δυνατότητα χορήγησης μεγαλύτερων μισθολογικών αυξήσεων.

Επιπλέον, η επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων, ιδιαίτερα στην ενέργεια, στις μεταφορές και σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, μπορεί να περιορίσει ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Η πορεία των μισθών

Με βάση τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, ο μέσος μηνιαίος μισθός διαμορφώθηκε το 2025 στα 1.363 ευρώ, ενώ ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης ανήλθε στα 1.516 ευρώ.

Για το 2027, το οικονομικό επιτελείο προβλέπει αύξηση των συνολικών αμοιβών εξαρτημένης εργασίας κατά 4,6%, έναντι 4,4% το 2026. Η αύξηση αυτή αποτυπώνει τόσο την αναμενόμενη άνοδο των μισθών όσο και την περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης.

Παράλληλα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του προϋπολογισμού, οι κατά κεφαλήν ονομαστικές αμοιβές θα είναι αυξημένες κατά 25,8% σε σχέση με το 2019. Η σωρευτική αυτή αύξηση, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, καθώς στο ίδιο διάστημα έχει μεσολαβήσει σημαντική άνοδος του γενικού επιπέδου των τιμών.

Κατώτατος μισθός

Στο επίκεντρο των μισθολογικών παρεμβάσεων βρίσκεται η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, η οποία προβλέπεται να εφαρμοστεί από την 1η Απριλίου 2027, παραμονές των εθνικών εκλογών.

Σύμφωνα με το προσχέδιο, ο κατώτατος μισθός προβλέπεται να αυξηθεί κατά τουλάχιστον 40 ευρώ, από τα 920 στα 960 ευρώ μεικτά, καταγράφοντας άνοδο 4,35%. Καθώς, βέβαια, θα βρισκόμαστε λίγο πριν τις εθνικές κάλπες θεωρείται βέβαιο πως ο μισθός θα κινηθεί υψηλότερα, προς τα 970 αν όχι προς τα 980 ευρώ, καταγράφοντας μια αύξηση 50 ή 60 ευρώ, κοντά στο 6%. Άλλωστε η αύξηση του ερχόμενου Απριλίου θα είναι και η τελευταία που θα αποφασιστεί από το υπουργικό συμβούλιο, καθώς μετά αλλάζει το σύστημα και πλέον η αύξηση θα προκύπτει από αλγόριθμο, όπως γίνεται και με τις συντάξεις.

Η αμέσως επόμενη αύξηση θα γίνει τον Ιανουάριο του 2028, με τον στόχο για βασικό μισθό στα 1.000 ευρώ.

Οι τριετίες

Η αύξηση του κατώτατου μισθού έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζει άμεσα τις αποδοχές των χαμηλόμισθων εργαζομένων, αλλά και έμμεσα ένα ευρύτερο τμήμα της μισθολογικής κλίμακας, μέσω των τριετιών και των μισθολογικών προσαρμογών στις επιχειρήσεις.

Για τους εργαζομένους που δικαιούνται προσαυξήσεις προϋπηρεσίας, ο κατώτατος μισθός μπορεί να διαμορφωθεί σε υψηλότερα επίπεδα, φτάνοντας έως τα 1.300 ευρώ μεικτά το 2028 για όσους δικαιούνται τρεις τριετίες.

Το κόστος ζωής

Ωστόσο, το πραγματικό όφελος θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη του κόστους ζωής. Με πληθωρισμό 3,6%, όπως προβλέπει το ΔΝΤ για το 2027, μια ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 4,35% (αν μιλάμε για μια αύξηση της τάξης των 40 ευρώ τον ερχόμενο Απρίλιο) θα αντιστοιχούσε σε πραγματική αύξηση περίπου 0,7% σε δωδεκάμηνη βάση, εφόσον ίσχυε για ολόκληρο το έτος.

Επειδή όμως η αναπροσαρμογή θα εφαρμοστεί από τον Απρίλιο, το αποτέλεσμα στις μέσες ετήσιες αποδοχές θα είναι διαφορετικό.

Ακόμη κι αν η ονομαστική αύξηση του Απριλίου είναι υψηλότερη, δηλαδή για παράδειγμα 50 ή 60 ευρώ, ώστε ο βασικός μισθός να φτάσει στα 970 ή 980 ευρώ, τότε μιλάμε για μια αύξηση της τάξης του 6%. Σε αυτή την περίπτωση η πραγματική αύξηση της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού θα είναι 2,4%.

Μείωση ασφαλιστικών εισφορών

Πρόσθετη ενίσχυση των καθαρών μισθών προβλέπεται μέσω της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα από τον Απρίλιο του 2027.

Η παρέμβαση αυτή δεν μεταβάλλει τον μεικτό μισθό, αλλά περιορίζει τις κρατήσεις που επιβαρύνουν τον εργαζόμενο, αυξάνοντας το καθαρό ποσό που εισπράττει κάθε μήνα. Έτσι προκύπτει μικρή αλλά μόνιμη αύξηση των καθαρών αποδοχών.

Για παράδειγμα:

  • Για έναν εργαζόμενο με μεικτό μισθό 1.000 ευρώ, η μείωση αντιστοιχεί σε 5 ευρώ τον μήνα πριν από την επίδραση του φόρου εισοδήματος.
  • Για μισθό 1.500 ευρώ το όφελος ανέρχεται σε 7,50 ευρώ, ενώ
  • Για μισθό 2.000 ευρώ φτάνει τα 10 ευρώ.

Σε ετήσια βάση, με 14 μισθούς, η ελάφρυνση αντιστοιχεί σε 70, 105 και 140 ευρώ αντίστοιχα, πριν από τη φορολογία και για πλήρες έτος εφαρμογής.

Το τελικό καθαρό όφελος θα είναι σε αρκετές περιπτώσεις μικρότερο, καθώς η μείωση των εισφορών αυξάνει το φορολογητέο εισόδημα.

Η παρέμβαση ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων χωρίς να αυξάνει το μισθολογικό κόστος των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η επίδρασή της στην αγοραστική δύναμη παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις πληθωριστικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά.

Αυξήσεις και επίδομα Χριστουγέννων στο Δημόσιο

Σημαντικές παρεμβάσεις προβλέπονται από το προσχέδιο του προϋπολογισμού και για τους περίπου 720.000 δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς.

Η πρώτη αφορά την οριζόντια αναπροσαρμογή των μισθών από τον Απρίλιο του 2027, σε συνάρτηση με τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα.

Η δεύτερη αφορά τη θέσπιση μόνιμου επιδόματος Χριστουγέννων ύψους 500 ευρώ μεικτά, το οποίο προβλέπεται να καταβληθεί για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2027.

Το καθαρό ποσό του επιδόματος εκτιμάται ότι θα κυμαίνεται από 257 έως 389 ευρώ, ανάλογα με τα προσωπικά και φορολογικά χαρακτηριστικά κάθε δικαιούχου.

Το στοίχημα

Το προσχέδιο του προϋπολογισμού στηρίζει την προοπτική ενίσχυσης των εισοδημάτων στην αύξηση των μισθών, στην περαιτέρω αποκλιμάκωση της ανεργίας, στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και στις παρεμβάσεις για τους εργαζομένους του δημόσιου τομέα.

Ωστόσο, η πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη του πληθωρισμού.

Ακόμη και εάν οι ονομαστικοί μισθοί αυξηθούν με τους προβλεπόμενους ρυθμούς, η διατήρηση υψηλών ανατιμήσεων μπορεί να περιορίσει σημαντικά το όφελος για τους εργαζομένους.