ΠΑΡΕΜΦΕΡΗΣ – ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ: ΠΟΤΕ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΑΜΟΙΒΗ;

Share

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Ο μισθωτός υποχρεούται, καταρχήν, να παρέχει τη συμφωνημένη εργασία, το είδος της οποία καθορίζεται από τη σύμβαση εργασίας. Γίνεται, ωστόσο, δεκτό από τη θεωρία και τη νομολογία, ότι εφόσον δεν προκύπτει αυστηρώς εξειδικευμένη εργασία, ο μισθωτός υποχρεούται να εκτελεί και παρεμφερείς εργασίες, χωρίς όμως πρόσθετη αμοιβή. Τούτο διότι, η εκτέλεση παρεμφερούς εργασίας συνιστά συμβατική υποχρέωση του μισθωτού, που συγκεκριμενοποιείται με το διευθυντικό δικαίωμα. Ως παρεμφερείς εργασίες, νοούνται εκείνες που, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, συνδέονται αναπόσπαστα με τη συμβατική εργασία.

Ειδικότερα, παρεμφερείς εργασίες, την παροχή των οποίων έχει δικαίωμα να αξιώσει ο εργοδότης, είναι οι συγγενείς και συναφείς εργασίες προς την κύρια εργασία, που έχουν προπαρασκευαστικό, συμπληρωματικό ή παρακολουθητικό χαρακτήρα σε σχέση με αυτήν, ή εκείνες που προσφέρονται παρεμπιπτόντως, χωρίς να επηρεάζουν ή αλλοιώνουν ουσιαστικώς με άλλο τρόπο τον χαρακτήρα της κύριας απασχόλησης του εργαζόμενου στο σύνολό της. Τέτοιες είναι, για παράδειγμα, ο καθαρισμός του αυτοκινήτου από τον οδηγό ή η προετοιμασία της αίθουσας του εστιατορίου από το σερβιτόρο.

Οι παραπάνω εργασίες, εφόσον αυτές παρέχονται εντός του νομίμου ωραρίου του μισθωτού και εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, δεν αποτελούν πρόσθετη εργασία. Αντιθέτως, βάσει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, θεωρούνται ότι ανήκουν στην κύρια απασχόληση και, ως εκ τούτου, ο μισθωτός δεν δικαιούται πρόσθετη αμοιβή.

Μολονότι το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη καλύπτει τις παρεμφερείς (ή συναφείς) εργασίες, δεν καλύπτει τις πρόσθετες εργασίες, ήτοι εκείνες που διαφέρουν από τη συμβατικά συμφωνημένη εργασία. Ο μισθωτός, δεν έχει καταρχήν την υποχρέωση να εκτελεί εργασία διαφορετική της συμφωνηθείσας, εκτός αν πρόκειται για την αντιμετώπιση έκτακτων και παροδικών αναγκών και με την προϋπόθεση ότι είναι σε θέση να την εκτελέσει. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, τυχόν άρνησή του θα ήταν αντίθετη στην καλή πίστη. Για την ανωτέρω πρόσθετη εργασία, ο μισθωτός δικαιούται συμπληρωματική αμοιβή, η οποία καθορίζεται βάσει του συμφωνημένου μισθού και των ειδικών συνθηκών (ΑΚ 659). Μάλιστα, ελλείψει συμφωνίας για την αμοιβή πρόσθετης εργασίας, οφείλεται ο συνηθισμένος μισθός, ήτοι ο μισθός που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία με τις ίδιες συνθήκες.

Περαιτέρω, στην περίπτωση της παροχής εκ μέρους του μισθωτού πρόσθετης και διαρκούς φύσεως εργασίας εργασίας για την αντιμετώπιση μόνιμων και τακτικών αναγκών, εντός του νόμιμου ωραρίου της απασχόλησής του, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν είναι συναφής προς την αρχικά συμφωνηθείσα, ήτοι δεν είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τα κύρια καθήκοντά του, τότε ο εργαζόμενος δικαιούται, ως αντάλλαγμα για την πρόσθετη αυτή εργασία, πρόσθετη ανάλογη αμοιβή. Για παράδειγμα, πρόσθετη εργασία αποτελεί η φορτοεκφόρτωση των μεταφερόμενων προϊόντων από τον οδηγό αυτοκινήτου.

Διαφορετική είναι η περίπτωση της πρόσθετης εργασίας εκτός του νόμιμου ή συμβατικού ωραρίου, καθώς τότε πρόκειται για υπερωρία ή υπερεργασία, οι οποίες αμείβονται διαφορετικά.

Σημειωτέον ότι, προκειμένου να συμψηφιστούν οι τυχόν καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές με την ανωτέρω πρόσθετη αμοιβή, απαιτείται ειδική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού.

Σε περίπτωση αμφιβολίας, ο καθορισμός της αμοιβής πρέπει να γίνεται κατά δίκαιη κρίση. Αρμόδια να κρίνουν είναι τα πολιτικά δικαστήρια.