ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ: Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΥ ΣΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
November 15, 2019
ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ
November 17, 2019
Share

Του Γιάννη Καρούζου, Εργατολόγου

Η ανάκριση αποσκοπεί στην διαλεύκανση του πραγματικού ορισμένης υποθέσεως, στην εξακρίβωση των συνιστούντων την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού αδικήματος πραγματικών περιστατικών και των συνθηκών υπό τις οποίες αυτό τελέσθηκε, καθώς και στην ανεύρεση του βαθμού της ενοχής του εγκαλουμένου υπαλλήλου. Εκ τούτων παρέπεται ότι η πειθαρχική ανάκριση αποτελεί το ουσιαστικότερο τμήμα της πειθαρχικής διαδικασίας.

Συγκεκριμένα, στο άρθρο 127 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως ισχύει, θεσμοθετείται ότι «Πειθαρχική ανάκριση διεξάγεται υποχρεωτικά κατά τη διαδικασία του πειθαρχικού συμβουλίου». Προκύπτει από την αδιάστικτη διατύπωση του νόμου,ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της ανάκρισης, κατά την ενώπιον του πολυμελούς πειθαρχικού οργάνου διαδικασία, είτε το πειθαρχικό όργανο αποφαίνεται σε πρώτο βαθμό είτε κατ’ ένσταση .
Επομένως, ως ανάκριση, που πληροί τους παραπάνω όρους, νοείται εκείνη που όχι μόνο διεξάγεται ενόρκως, αλλά στρέφεται κατά ορισμένου υπαλλήλου, ο οποίος έχει λάβει την ιδιότητα του «διωκόμενου», αφορά συγκεκριμένη πειθαρχική κατηγορία και διεξάγεται με ορισμένη διαδικασία και τύπο.

Η παράλειψη διενέργειας ανακρίσεως από το πειθαρχικό συμβούλιο, συνιστά μη τήρηση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, συνεπαγόμενη ακυρότητα της όλης πειθαρχικής διαδικασίας . Ως λόγος δε, ακυρότητος, οφείλει να προβληθεί με την ασκούμενη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, από τον τιμωρηθέντα υπάλληλο. προσφυγή και δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο . Στην περίπτωση, που το αρμόδιο επιληφθέν Δικαστήριο, δεχθεί ως βάσιμο τον επίμαχο λόγο ακυρότητας της πειθαρχικής διαδικασίας, θα ακυρώσει την προσβαλλόμενη πειθαρχική απόφαση, αναπέμποντας στη διοίκηση την υπόθεση, προκειμένου να διαταχθεί η διενέργεια ανακρίσεως και εν συνεχεία, με την τήρηση του απαιτούμενου τύπου, να εκδικασθεί εκ νέου η υπόθεση από το πειθαρχικό συμβούλιο.

Ο διωκόμενος υπάλληλος, διαθέτει ουσιαστικά δικαιώματα, κατά την διενέργεια της ανακρίσεως, που προσομοιάζουν με τα δικαιώματα του κατηγορουμένου στα πλαίσια ποινικής δίκης.

Συγκεκριμένα, καλείται υποχρεωτικό για εξέταση από τον εκάστοτε ανακριτή. Η κλήση πρέπει να είναι έγγραφη και να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία ως προς τον τόπο και χρόνο της εξέτασης. Επιδίδεται δε, στον υπάλληλο κατά τη διαδικασία του άρθρου 138 Υπαλληλικού Κώδικα. Ο υπάλληλος εξετάζεται ανωμοτί και μπορεί να παρίσταται μετά δικηγόρου. Εν συνεχεία, ο διωκόμενος έχει το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενεχοποίησης. Ειδικότερα, αν αρνηθεί να προσέλθει ή να εξεταστεί, δεν συνομολογείται η ενοχή του, και δεν εμποδίζεται η πάροδος της ανάκρισης. Ακόμα, ο διωκόμενος δικαιούται κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής ανάκρισης και μέχρι το τέλος της, να αιτηθεί εγγράφως την εξέταση μαρτύρων. Ο ανακριτής υποχρεούται να εξετάσει τουλάχιστον πέντε (5) από τους προτεινόμενους μάρτυρες.

Κατ’ εξαίρεση παρέλκει η διενέργεια ανακρίσεως ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, όταν συντρέχει μία από τις περιοριστικώς απαριθμούμενες στην παρ. 1 του αρ. 127 ΥΚ, περιπτώσεις. Και τούτο διότι στις περιπτώσεις αυτές το πραγματικό της υπόθεσης είναι κατά κανόνα εκκαθαρισμένο, ώστε να μην απαιτείται η διενέργεια ανακρίσεως για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν το ερευνώμενο πειθαρχικό αδίκημα, των συνθηκών τελέσεώς του, ως και της εκτάσεως της πειθαρχικής ευθύνης του εγκαλούμενου υπαλλήλου. Πιο συγκεκριμένα, η ανάκριση μπορεί να παραλειφθεί νομίμως εάν:

α) τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο αναμφισβήτητο,

β) ο υπάλληλος ομολογεί με την απολογία του κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι διέπραξε το πειθαρχικό παράπτωμα,

γ) ο υπάλληλος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που αποτελεί συγχρόνως και πειθαρχικό παράπτωμα,

δ) έχει προηγηθεί ανάκριση ή προανάκριση συμφώνως με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για ποινικό αδίκημα που αποτελεί και πειθαρχικό παράπτωμα,

ε) έχει διενεργηθεί, πριν την έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου ή της ένστασης, Ε.Δ.Ε. ή άλλη ένορκη εξέταση κατά την οποία διαπιστώθηκε διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο. Το ίδιο ισχύει όταν η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτει από έκθεση δικαστικού οργάνου ή άλλου ελεγκτικού οργάνου της διοίκησης.

Αντιθέτως, επισημαίνεται ότι, ένορκη διοικητική εξέταση, η οποία δεν αφορούσε συγκεκριμένη πειθαρχική κατηγορία, αλλά έγινε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα υποβληθεισών καταγγελιών εις βάρος υπαλλήλου, διενεργήθηκε δε πριν από την έναρξη της πειθαρχικής διώξεως του υπαλλήλου και όχι σε συνέχεια διεξαχθείσης προανακρίσεως, δεν συνιστά ανάκριση κατά την έννοια της ανωτέρω περίπτωσης.

Σε κάθε περίπτωση, η κρίση περί επάρκειας ή όχι των αποδεικτικών στοιχείων και, κατ’ επέκταση της προηγηθείσης ανακρίσεως εάν δεν διατυπωθεί αμέσως ή εμμέσως από το ίδιο το πειθαρχικό συμβούλιο, δύναται να διατυπωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν δικάζει επί προσφυγής, οπότε έχει κατά το Σύνταγμα και τον νόμο την εξουσία να αξιολογήσει, ελευθέρως και κατ’ ουσίαν τα πραγματικά στοιχεία της πειθαρχικής υποθέσεως ως δυνάμενο ακόμα να διατάξει και τη διενέργεια ανακρίσεως ή συμπληρωματικής ανακρίσεως . Η κατά τα εκτεθέντα δε εξουσία του Δικαστηρίου να κρίνει περί της επάρκειας της προηγηθείσης ανακρίσεως είναι απλώς αρμοδιότητα ουσιαστικής αξιολογήσεως του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας την οποία αξιολόγηση το Σύνταγμα και ο νόμος αναθέτουν, σε αυτό και δεν συνιστά ανεπίτρεπτη κατά το Σύνταγμα (άρθρο 26) υποκατάσταση της Δικαιοσύνης στο έργο της Διοικήσεως.

ΠΗΓΗ: www.diakastiko.gr