Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου
Η μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού περιορίζει ευθέως την επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου. Με την ΑΠ 1183/2025 ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι, στο πλαίσιο της στάθμισης των συμφερόντων εργοδότη και εργαζομένου, κρίσιμο και απαραίτητο κριτήριο για το κύρος της μετασυμβατικής ρήτρας μη ανταγωνισμού αποτελεί η πρόβλεψη εύλογης αποζημίωσης υπέρ του εργαζομένου για τη σχετική δέσμευσή του.
Κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, η αποχή από ανταγωνιστικές πράξεις απορρέει από την υποχρέωση πίστης του εργαζομένου (άρθρα 652 και 288 ΑΚ και άρθρο 16 Ν. 146/1914). Η επέκταση της απαγόρευσης στον χρόνο μετά τη λύση της σύμβασης προϋποθέτει ειδική συμφωνία, το κύρος της οποίας ελέγχεται ιδίως υπό το πρίσμα των άρθρων 178 και 179 ΑΚ και της συνταγματικά προστατευόμενης επαγγελματικής ελευθερίας.
Στην υπόθεση της ΑΠ 1183/2025 (Αρμ 2026, 113 επ.), τεχνικός ιατρικών διαγνωστικών μηχανημάτων είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην ασκήσει ανταγωνιστική δραστηριότητα επί δύο έτη μετά τη λύση της σύμβασής του. Το Εφετείο είχε δεχθεί ότι η ρήτρα κάλυπτε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια και την είχε κρίνει έγκυρη. Ως επαρκές αντιστάθμισμα συνεκτίμησε παροχές πέραν του σταθερού μισθού, όπως πρόσθετη αμοιβή βάσει δραστηριότητας, εταιρικό αυτοκίνητο, κινητό τηλέφωνο και ασφαλιστική κάλυψη, μολονότι δεν είχε συμφωνηθεί ρητώς οικονομικό αντάλλαγμα για τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την εφετειακή απόφαση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Επισήμανε ότι δεν είχε διευκρινιστεί αν οι πρόσθετες παροχές συμφωνήθηκαν ως αποζημίωση για τη διετή μετασυμβατική απαγόρευση, αν είχαν καταβληθεί κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης και αν εξακολούθησαν να καταβάλλονται μετά τη λύση της. Πρόκειται, επομένως, για αναίρεση λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης και παραπομπή της υπόθεσης προς νέα κρίση, με συγκεκριμένες απαιτήσεις ως προς την αιτιολόγηση του κύρους της ρήτρας.



