Δικαιούται ο εργαζόμενος πρόσθετη αμοιβή για παρεμφερείς εργασίες που του υποδεικνύει ο εργοδότης;

0
137
Κύρια υποχρέωση του εργαζομένου αποτελεί, βάσει του άρ. 648 ΑΚ, η παροχή της εργασίας του στον εργοδότη‧ η δε αυτή υποχρέωση του εργαζομένου εκτείνεται, και στις παρεμφερείς, με το κύριο αντικείμενο, εργασίες, εφόσον από τη σύμβαση εργασίας δεν προκύπτει ότι έχει συμφωνηθεί εργασία αυστηρά εξειδικευμένου είδους.

Ως παρεμφερής ή συναφής θεωρείται η εργασία εκείνη που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εργασία που συμφωνήθηκε στη σύμβαση, όπως οι προπαρασκευαστικές, συμπληρωματικές ή παρακολουθηματικές της κύριας απασχόλησης εργασίες, η παροχή των οποίων δεν αλλοιώνει ουσιαστικά τον χαρακτήρα της συνολικής απασχόλησης. Ο εργοδότης μπορεί να υποδείξει στον εργαζόμενο την εκτέλεση παρεμφερών εργασιών στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος. Ως παρεμφερείς εργασίες έχουν κριθεί, παραδείγματος χάριν, για τον εκπαιδευτικό η συμμετοχή του σε μονοήμερες εκδρομές του σχολείου και για τον επαγγελματία οδηγό αυτοκινήτου η εκτέλεση ελαφριών ελαφρών εργασιών συντήρησης, όπως η αλλαγή λαδιών.

Εφόσον οι εργασίες αυτές εκτελούνται εντός του συμφωνημένου ωραρίου του εργαζομένου, δεν του οφείλεται πρόσθετη αμοιβή, καθώς, κατά την κοινή πείρα και λογική, αποτελούν συστατικό στοιχείο της υποχρέωσης παροχής εργασίας του άρ. 648 ΑΚ‧ ανήκουν, δηλαδή, στη συμφωνημένη κύρια απασχόληση. Φυσικά, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων του άρ. 361 ΑΚ, τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν ότι θα οφείλεται πρόσθετη αμοιβή και για τις συναφείς αυτές εργασίες.

Διάκριση πρέπει, ωστόσο, να γίνει μεταξύ των παρεμφερών και των πρόσθετων εργασιών, καθώς το ως άνω διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη δεν καλύπτει τις «πρόσθετες» εργασίες. Ως πρόσθετες εργασίες νοούνται αυτές που δεν είναι παρεμφερείς, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, με το συμφωνηθέν αντικείμενο εργασίας και, ως εκ τούτου, ο εργαζόμενος δεν έχει κατ’ αρχήν υποχρέωση να τις παράσχει. Ως πρόσθετη εργασία έχει κριθεί, παραδείγματος χάριν, για τους οδηγούς λεωφορείων των ΚΤΕΛ, η εκτέλεση καθηκόντων εισπράκτορα εισιτηρίων, στα δρομολόγια χωρίς εισπράκτορα.

Κατ’ άρθρο 659 ΑΚ, ωστόσο, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από τη θεωρία και νομολογία, ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παράσχει προσωρινά την πρόσθετη αυτή εργασία, για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών της επιχείρησης, εφόσον η άρνησή του θα προσέκρουε στην «καλή πίστη». Ο εργοδότης δεν μπορεί να απαιτήσει την εκτέλεση της πρόσθετης εργασίας από τον εργαζόμενο κατά τρόπο μόνιμο, εκτός εάν υφίσταται σχετική συμφωνία του τελευταίου, ρητή ή σιωπηρή.

Επισημαίνεται ότι για την πρόσθετη αυτή εργασία, ο εργαζόμενος δικαιούται να απαιτήσει και πρόσθετη αμοιβή, η οποία καθορίζεται είτε με συμφωνία των μερών είτε με κανονιστική διάταξη νόμου. Άλλως, σε περίπτωση που δεν υπάρχει σχετική συμφωνία ή κανονιστική διάταξη που να ρυθμίζει την αμοιβή, τότε ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο, για την πρόσθετη αυτή εργασία, τον «συνηθισμένο μισθό», κατ’ άρθρο 653 ΑΚ, δηλαδή τον μισθό που καταβάλλεται σε άλλους εργαζόμενους που παρέχουν την εργασία αυτή, με τα ίδια καθήκοντα και υπό τις ίδιες συνθήκες. Για τον προσδιορισμό του ύψους της αμοιβής για την πρόσθετη εργασία λαμβάνεται υπόψιν, εκτός του είδους της εν λόγω «πρόσθετης» εργασίας, και ο χρόνος απασχόλησης του εργαζομένου με την εργασία αυτή εντός του νομίμου ωραρίου του. Πρόσθετη αμοιβή για την πρόσθετη εργασία δεν οφείλεται, σε περίπτωση που συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά από τα μέρη ότι η πρόσθετη εργασία θα παρέχεται χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή, ή θα καλύπτεται από τον μισθό της κύριας απασχόλησης.

Εν κατακλείδι, η διάκριση μεταξύ παρεμφερών και πρόσθετων εργασιών αποτελεί κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό των ορίων της υποχρέωσης παροχής εργασίας του εργαζομένου. Ενώ οι παρεμφερείς εργασίες εντάσσονται στο συμβατικά συμφωνημένο αντικείμενο και μπορούν να ανατεθούν στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, οι πρόσθετες εργασίες υπερβαίνουν το αντικείμενο αυτό και, κατ’ αρχήν, προϋποθέτουν τη συναίνεση του εργαζομένου, καθώς και αντίστοιχη αμοιβή. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ της οργανωτικής εξουσίας του εργοδότη και της συμβατικής προστασίας του εργαζομένου.

Δικηγόρος Εργατολόγος