Συνδικαλιστική άδεια: Τι οφείλουν να γνωρίζουν ο εργοδότης και ο εργαζόμενος;

0
154
Η συνδικαλιστική ελευθερία και η προστασία της δράσης των εργαζομένων αποτελούν βασικές αρχές του ελληνικού εργατικού δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, ο ν. 1264/1982 ρυθμίζει τη λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων και καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τόσο των εργαζομένων όσο και των εργοδοτών. Ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 17 του νόμου, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη να διευκολύνει τη συνδικαλιστική δράση και να παρέχει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, συνδικαλιστική άδεια απουσίας από την εργασία.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο εργοδότης υποχρεούται να διευκολύνει τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων, των ελεγκτικών επιτροπών και τους αντιπροσώπους των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων προς τις δευτεροβάθμιες οργανώσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η ίδια υποχρέωση υφίσταται και για τα όργανα των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς και για τους αντιπροσώπους τους. Η πρόβλεψη αυτή εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια του νομοθέτη να διασφαλίσει την ουσιαστική άσκηση της συνδικαλιστικής δράσης, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εκπροσώπηση και την προάσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων.

Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται επίσης η υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει άδεια απουσίας από την εργασία σε συγκεκριμένα συνδικαλιστικά στελέχη. Ενδεικτικά, στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις το δικαίωμα αυτό παρέχεται στον Πρόεδρο, στον Αντιπρόεδρο και στον Γενικό Γραμματέα. Η διάρκεια της άδειας διαφοροποιείται ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οργάνωσης, καθώς αν αυτά ανέρχονται σε πεντακόσια ή περισσότερα, τα πρόσωπα αυτά δικαιούνται πέντε ημέρες άδειας τον μήνα, ενώ αν τα μέλη είναι λιγότερα από πεντακόσια δικαιούνται τρεις ημέρες τον μήνα. Παράλληλα, προβλέπεται ότι οι αντιπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις, καθώς και στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια Εργαζομένων, δικαιούνται άδεια για ολόκληρη τη διάρκεια των συνεδρίων στα οποία συμμετέχουν.

Ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων που κάνουν χρήση των παραπάνω δικαιωμάτων θεωρείται, σύμφωνα με τον νόμο, χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και για τις άδειες που χορηγούνται στα συνδικαλιστικά στελέχη των πρωτοβάθμιων οργανώσεων, οι ημέρες απουσίας είναι χωρίς αποδοχές. Στις περιπτώσεις αυτές, οι ασφαλιστικές εισφορές για το χρονικό διάστημα της συνδικαλιστικής άδειας καταβάλλονται από τη συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία ανήκει το συνδικαλιστικό στέλεχος.

Για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης, ο εργαζόμενος που επιθυμεί να κάνει χρήση συνδικαλιστικής άδειας οφείλει να ενημερώνει τον εργοδότη εγγράφως με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το συντομότερο δυνατό και πάντως το αργότερο κατά την εβδομάδα που προηγείται της έναρξης της άδειας. Σε επείγουσες περιπτώσεις, η άδεια μπορεί να αρχίσει αμέσως μετά την προηγούμενη ενημέρωση του εργοδότη, εφόσον αποδεικνύεται ότι δεν ήταν αντικειμενικά δυνατό να πραγματοποιηθεί νωρίτερα. Η ενημέρωση αυτή περιορίζεται αποκλειστικά στην ανακοίνωση του χρόνου έναρξης και λήξης της συνδικαλιστικής άδειας και δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνει τον συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο λαμβάνεται.

Παρά το γεγονός ότι η σχετική υποχρέωση δεν προβλέπεται ρητά στον νόμο, η νομολογία έχει αναδείξει ως ουσιώδη προϋπόθεση την ύπαρξη γνώσης του εργοδότη σχετικά με τη συνδικαλιστική ιδιότητα του εργαζομένου, προκειμένου ο τελευταίος να μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή. Η υποχρέωση του εργοδότη να παράσχει τη συνδικαλιστική άδεια, στον βαθμό που αυτή συνδέεται με την κατοχή συγκεκριμένου συνδικαλιστικού αξιώματος, προϋποθέτει ότι ο εργοδότης έχει ενημερωθεί σχετικά με τις περιστάσεις αυτές. Επομένως, απαιτείται η γνωστοποίηση της συνδικαλιστικής ιδιότητας ή του συγκεκριμένου αξιώματος στον εργοδότη, εκτός εάν αποδειχθεί ότι αυτός έχει λάβει με άλλον τρόπο ασφαλή γνώση της ιδιότητας αυτής.

Η ουσιαστική ισορροπία μεταξύ της προστασίας της συνδικαλιστικής δράσης και της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης αποτελεί πρωταρχικό στόχο του νομοθέτη, όπως αυτός αποτυπώνεται στο άρθρο 17 του ν. 1264/1982.. Μέσα από σαφώς προσδιορισμένες προϋποθέσεις και διαδικασίες, ο νομοθέτης κατοχυρώνει τη δυνατότητα των συνδικαλιστικών στελεχών να ασκούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους, χωρίς όμως να διαταράσσεται αδικαιολόγητα η οργανωτική λειτουργία του εργοδότη.

Δικηγόρος Εργατολόγος