Επηρεάζει η παραγωγικότητα τους μισθούς;

0
45
Αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά κρίσιμο στοίχημα βρίσκεται η ελληνική οικονομία και ειδικότερα η ελληνική αγορά εργασίας σε μια, επίσης, κρίσιμη συγκυρία. Το στοίχημα αφορά στην ουσιαστική ενίσχυση της παραγωγικότητας στην εργασία, μια μεταβλητή που έχει παραμείνει για 10ετίες μάλλον στα παρασκήνια, πλην όμως θα έπρεπε να πρωταγωνιστεί, καθώς αναδεικνύεται ως ο μόνος δρόμος για την βιώσιμη όπως επίσης και ταχύτερη αύξηση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα.

Μέχρι σήμερα, το «καύσιμο» της ανάπτυξης – όπως αναδείχθηκε από την μελέτη «Παραγωγικότητα: Εθνικός Στόχος, Συλλογική Ευθύνη» του ΙΟΒΕ που παρουσίασε ο ΣΕΒ – υπήρξε η μείωση της ανεργίας. Πάνω από 500.000 άνθρωποι βρήκαν δουλειές τα τελευταία χρόνια και συνεισφέρουν στην αύξηση του ΑΕΠ και την ανάπτυξη. Αυτή η δεξαμενή ενίσχυσης του ΑΕΠ, ωστόσο, στερεύει. Η περαιτέρω μείωση της ανεργίας είναι εξαιρετικά αργή και δύσκολη υπόθεση, καθώς απαιτεί στοχευμένες πολιτικές ένταξης, reskilling και upskilling γυναικών και μεταναστών, όπως επίσης και εντονότερες προσπάθειες για την επιστροφή ταλέντων από το εξωτερικό.

Καθώς, λοιπόν, οι εφεδρείες του εργατικού δυναμικού μειώνονται και η περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης αποδεικνύεται δυσχερής, η αύξηση της παραγωγικότητας αναδεικνύεται ως ο μόνος δρόμος για την περαιτέρω ανάπτυξη της οικονομίας και την βιώσιμη αύξηση των μισθών.

Και σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης του ΙΟΒΕ, η χαμηλή παραγωγικότητα είναι η «άγκυρα» που κρατά χαμηλά και τον μέσο μισθό, αφού η διακύμανσή τους είναι ταυτόσημη από την 25ετία 2000 – 2025.

Ειδικότερα, την 8ετία 2000 – 2008 η παραγωγικότητα αυξήθηκε +5,4% και ο μέσος μισθός αντίστοιχα ενισχύθηκε +5,7%. Αντίθετα την περίοδο της μεγάλης κρίσης, η παραγωγικότητα μειώθηκε -3,4% και ο μέσος μισθός αντίστοιχα αποκλιμακώθηκε -3,9%.  Και την περίοδο 2017 – 2024 η παραγωγικότητα αυξήθηκε +1,9% με τον μέσο μισθό να ακολουθεί με +1,5%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ίδιας μελέτης, το 2000 ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα παρήγαγε 35.000 ευρώ σε Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία, ενώ το 2024 παράγει 34.000 ευρώ: Η απόλυτη στασιμότητα. Αντίθετα ο μέσος ευρωπαίος εργαζόμενος παρήγαγε 52.000 ευρώ το 2000, ενώ το 2024 παράγει πλέον 62.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει πως η απόκλιση της παραγωγικότητας διευρύνθηκε σημαντικά ανάμεσα στην Ελλάδα και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο την τελευταία 25ετία.

Σήμερα η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ ανά ώρα εργασίας στο 43%.

Οι κλάδοι

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα στοιχεία της έρευνας για την παραγωγικότητα που εμφανίζουν συγκεκριμένοι κλάδοι της οικονομίας.

Σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας ανά εργαζόμενο, ο χρηματοπιστωτικός τομέας που έχει προχωρήσει σημαντικά τον ψηφιακό του μετασχηματισμό, ενώ έχει σημαντικά μικρότερο πλήθος εργαζομένων συγκριτικά με το παρελθόν, βρίσκεται στην κορυφή, καθώς παράγει €157.300 ανά εργαζόμενο, όταν η Βιομηχανία (που ακολουθεί) παράγει €62.900 ανά εργαζόμενο και ο κλάδος των Τεχνολογιών Πληροφοριών & Επικοινωνιών €59.700. Αξίζει ωστόσο εδώ να αναφερθεί πως ο χρηματοπιστωτικός τομέας συμμετέχει μόλις με 1,6% στο εργατικό δυναμικό της χώρας (δηλαδή από τους 100 εργαζόμενους μόλις 1,6 δουλεύει σε τράπεζα) ενώ το μερίδιο της βιομηχανίας είναι 9,5% και των Τεχνολογιών Πληροφοριών & Επικοινωνιών 2,4%.

Είναι ωστόσο μάλλον απογοητευτικό ότι κλάδοι με την υψηλότερη απασχόληση επιδεικνύουν χαμηλή παραγωγικότητα: Στο εμπόριο (χονδρικό και λιανικό) απασχολείται το 17,1% των εργαζομένων της χώρας και η παραγωγικότητα είναι μόλις στα €25.200, ενώ στα Καταλύματα και την Εστίαση που απασχολείται το 14,2% η παραγωγικότητα είναι €20.400 ανά εργαζόμενο.

Ελλάδα VS Ευρωπαική Ένωση

Σημαντικά συμπεράσματα προκύπτουν από την σύγκριση της παραγωγικότητας συγκεκριμένων κλάδων της ελληνικής οικονομίας με την μέση παραγωγικότητα των αντίστοιχων κλάδων σε όλη την Ευρώπη.

Για παράδειγμα σε 4 κλάδους η Ελλάδα είναι ουραγός στην παραγωγικότητα:

  • Χονδρικό και λιανικό εμπόριο: Ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας έχει την μικρότερη παραγωγικότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Με παραγωγικότητα στο 42% του μ.ο. της ΕΕ το ελληνικό εμπόριο κατατάσσεται 27ο στην Ευρώπη των 27, δηλαδή τελευταίο στην παραγωγικότητα σε ολόκληρη την γηραιά ήπειρο.
  • Ακόμη μικρότερη παραγωγικότητα – 38% του μ.ο. της Ευρώπης – καταγράφει ο ιδιαίτερα κρίσιμος για την ανάπτυξη κλάδος των κατασκευών. Απλά εδώ υπάρχουν και χειρότεροι με αποτέλεσμα η Ελλάδα να κατατάσσεται 26η στους 27.
  • Αντίστοιχα μικρή παραγωγικότητα καταγράφουν οι επαγγελματικές δραστηριότητες (27η στην Ευρώπη με παραγωγικότητα στο 34% του μέσου όρου)
  • Ιδιαίτερα χαμηλή παραγωγικότητα καταγράφει, επίσης, άλλος ένας κλάδος «κλειδί» της ελληνικής οικονομίας, που είναι τα καταλύματα και η εστίαση. Είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας, απασχολεί το 14,2% του εργατικού δυναμικού και κατατάσσεται 26η στην Ευρώπη των 27 με παραγωγικότητα μόλις στο 48% του μ.ο. της ΕΕ.
Η τάση

Ακόμη πιο απογοητευτικά είναι τα στοιχεία που δείχνουν την εξέλιξη της παραγωγικότητας την τελευταία 25ετία. Συγκριτικά με το 2000 όλοι οι κλάδοι της οικονομίας έχουν σήμερα μικρότερη παραγωγικότητα εργασίας. Μόνο ο χρηματοπιστωτικός τομέας εμφανίζει αντίθετη τάση με αύξηση σημαντική, +29%.

  • Το χονδρικό και λιανικό εμπόριο έχει χάσει 35% από την παραγωγικότητα του 2000 (από το 78% του ευρωπαϊκού μέσου όρου έπεσε στο 42%)
  • Οι Διοικητικές υπηρεσίες έχουν χάσει 30% στην παραγωγικότητα από το 2000 (από το 82% στο 52% του ευρωπαϊκού μέσου όρου)
  • Ελεύθερη πτώση εμφανίζουν οι κατασκευές με βουτιά 62% στην παραγωγικότητα της εργασίας: Από το 99% του 2000, όταν η οικοδομή ανθούσε, η παραγωγικότητα της εργασίας στις κατασκευές μειώθηκε στο 38% σήμερα.

Γενικώς, στην οικονομία, η παραγωγικότητα παραμένει στάσιμη σε επίπεδο 25ετίας. Και η εικόνα της στασιμότητας οφείλεται κυρίως στην αύξηση της παραγωγικότητας στον χρηματοπιστωτικό τομέα, αφού σε όλους τους υπόλοιπους τομείς της ελληνικής οικονομίας η υποχώρηση της παραγωγικότητας είναι εντυπωσιακή.

Μεγάλοι και μικροί

Σημαντική απόσταση παραγωγικότητας υπάρχει, όμως, μεταξύ μεγάλων και μικρότερων επιχειρήσεων, ενώ όσο πιο μεγάλη η επιχείρηση, τόσο πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο τείνει να είναι η παραγωγικότητά της.

Στην Ελλάδα, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις παράγουν €14.000 ανά εργαζόμενο, οι μικρές €19.000, αυτές με 20-49 εργαζόμενους €25.000, οι μεσαίες €39.000 και οι μεγάλες παράγουν 72.000 ευρώ ανά εργαζόμενο.

Τα αντίστοιχα νούμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι €42.000 για τις πολύ μικρές, €51.000 για τις μικρές, €57.000 για τις επιχειρήσεις με 20-49 εργαζόμενους, €68.000 για τις μεσαίες και €87.000 για τις μεγάλες.

Δηλαδή οι πολύ μικρές υπολείπονται κατά 67% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, οι μικρές κατά 63%, οι με 20-49 εργαζόμενους κατά 55%, οι μεσαίες κατά 43% και οι μεγάλες κατά 17%.

Δεδομένου ότι η Ελλάδα έχει μικρό ποσοστό μεγάλων επιχειρήσεων (250+ εργαζόμενοι) σε σχέση με την ΕΕ και σημαντικά λιγότερες μεσαίες επιχειρήσεις, ένας κεντρικός παράγοντας που εξηγεί τη χαμηλή παραγωγικότητα είναι το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων και κεφαλαίου ανά εργαζόμενο.

Σύγκλιση απασχόλησης με ΕΕ

Η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και η σύγκλιση της απασχόλησης – ανά κλάδο – με τις τάσεις που επικρατούν στην ΕΕ είναι μια λύση που θα μπορούσε να ενισχύσει την παραγωγικότητα κατά 23% σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ.

Ειδικότερα το μερίδιο της απασχόλησης στον αγροτικό τομέα στην Ελλάδα είναι 9,8% ενώ ο μέσος όρος στην Ευρώπη των 27 είναι 4%. Κι αν στον αγροτικό τομέα χρειάζεται μείωση απασχολούμενων, στη βιομηχανία η Ελλάδα χρειάζεται δραματική αύξηση: από το 9,5% στο 15,3%.

Αύξηση απασχόλησης απαιτείται και στις κατασκευές από το 3,9% στο 6,7%, στην πληροφορική (από 2,4% στο 3,5%), στον χρηματοπιστωτικό τομέα από 1,6% στο 2,3%, στις επαγγελματικές δραστηριότητες από 9,8% στο 12,9%, ενώ αντίθετη πορεία (μείωση) απαιτείται στο εμπόριο, καταλύματα και εστίαση (από 36,7% στο 24,1%).

Δικηγόρος Εργατολόγος