Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου
Σχεδόν 100 ευρώ περισσότερα το μήνα χρειάστηκε να βγάλει από την τσέπη του το μέσο ελληνικό νοικοκυριό το 2025 για τις αγορές του, σε μια χρονιά κατά την οποία η ακρίβεια συνέχισε να «ροκανίζει» την πραγματική κατανάλωση: οι οικογένειες δαπάνησαν περισσότερα για βασικά τρόφιμα, όπως ψάρια, φρούτα, λαχανικά και ψωμί, αλλά αγόρασαν μικρότερες ποσότητες.
Η μέση μηνιαία δαπάνη εκτινάχθηκε στα 1.820 ευρώ, από 1.724 ευρώ το 2024, σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, καταγράφοντας αύξηση 5,5%.
Σε ετήσια βάση, το 2025 το μέσο νοικοκυριό δαπάνησε 21.842 ευρώ, δηλαδή σχεδόν 1.148 ευρώ περισσότερα μέσα σε μόλις έναν χρόνο.
Σε σταθερές τιμές –όταν δηλαδή αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού– η αύξηση της μέσης ετήσιας δαπάνης περιορίζεται στο 2,9% ή περίπου 612 ευρώ. Τα υπόλοιπα 530 ευρώ είναι το «καπέλο» της ακρίβειας.
Με άλλα λόγια, περίπου η μισή από την πρόσθετη ονομαστική δαπάνη μέσα σε έναν χρόνο συνδέεται με την άνοδο των τιμών και όχι με αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής κατανάλωσης.
Κάθε χρόνο όλο και χειρότερα
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα σε βάθος εξαετίας. Το μέσο νοικοκυριό ξοδεύει σήμερα 365 ευρώ περισσότερα τον μήνα σε σχέση με το 2019.
Πριν από την πανδημία και το πληθωριστικό κύμα που ακολούθησε, η μέση μηνιαία δαπάνη ήταν 1.454 ευρώ. Το 2025 έχει φθάσει στα 1.820 ευρώ, καταγράφοντας ονομαστική αύξηση 25,1%.
Η επιτάχυνση είναι ιδιαίτερα έντονη μετά το 2021: από 1.399 ευρώ τον μήνα το 2021, η δαπάνη αυξήθηκε στα 1.579 ευρώ το 2022, στα 1.663 ευρώ το 2023, στα 1.724 ευρώ το 2024 και στα 1.820 ευρώ το 2025. Πρόκειται για αύξηση περίπου 30% μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι τα περισσότερα χρήματα δεν σημαίνουν αναγκαστικά και περισσότερη κατανάλωση.
Πληρώνουν περισσότερο, αγοράζουν λιγότερο
Αυτό αποτυπώνεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στο καλάθι των τροφίμων.
Στα ψάρια, τα νοικοκυριά δαπάνησαν 8% περισσότερα χρήματα το 2025, αλλά αγόρασαν 2,6% μικρότερη ποσότητα.
Στα φρούτα, η μηνιαία δαπάνη αυξήθηκε κατά 5,7%, από περίπου 37,3 σε 39,4 ευρώ, ενώ η ποσότητα που αγοράστηκε μειώθηκε κατά 1,2%.
Στα λαχανικά, η δαπάνη αυξήθηκε 3,7%, αλλά η ποσότητα περιορίστηκε κατά 1,6%, ενώ ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στο ψωμί και τα αρτοσκευάσματα: +2,3% στα χρήματα που δαπανήθηκαν, αλλά -2,4% στις ποσότητες που αγοράστηκαν.
Το κρέας αποτελεί πλέον τη μεγαλύτερη επιμέρους δαπάνη στο καλάθι των τροφίμων, φθάνοντας τα 83,66 ευρώ τον μήνα, με αύξηση 9,9% μέσα σε έναν χρόνο. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η αύξηση σε καφέ, τσάι και κακάο, όπου η δαπάνη ενισχύθηκε κατά 11,9%.
Πρόκειται για μια από τις πιο καθαρές αποτυπώσεις της επίδρασης της ακρίβειας στον οικογενειακό προϋπολογισμό: περισσότερα ευρώ στο ταμείο, αλλά λιγότερα προϊόντα στο καλάθι.
1 στα 2 ευρώ σε τρόφιμα, σπίτι και μετακινήσεις
Την ίδια στιγμή, σχεδόν το μισό του οικογενειακού προϋπολογισμού απορροφάται από τρεις ανελαστικές σε μεγάλο βαθμό δαπάνες.
- Τα τρόφιμα αντιστοιχούν στο 20,4% της συνολικής δαπάνης,
- η στέγαση στο 14,7% και
- οι μεταφορές στο 13,6%.
Συνολικά, οι τρεις αυτές κατηγορίες «τρώνε» το 48,7% του budget, δηλαδή περίπου 887 ευρώ κάθε μήνα.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση από τη στέγαση, όπου η δαπάνη αυξήθηκε κατά 8,3% μέσα σε έναν χρόνο, πολύ ταχύτερα από τον γενικό πληθωρισμό.
Για τα νοικοκυριά που ζουν στο ενοίκιο, η στέγαση απορροφά πλέον το 23,4% της συνολικής μηνιαίας δαπάνης, εκ των οποίων το 17,3% αφορά μόνο το ενοίκιο.
Μεγάλη η πίεση για τους ευάλωτους
Η ακρίβεια, όμως, δεν επιβαρύνει όλα τα νοικοκυριά με την ίδια ένταση.
Για το φτωχότερο 20%, σχεδόν ένα στα τρία ευρώ –31,9% του συνολικού προϋπολογισμού– πηγαίνει μόνο στα τρόφιμα. Μαζί με τη στέγαση, οι δύο βασικότερες ανάγκες απορροφούν το 54,4% της συνολικής δαπάνης.
Στο πλουσιότερο 20% τα αντίστοιχα ποσοστά περιορίζονται στο 13,2% για τα τρόφιμα και στο 34,5% για τρόφιμα και στέγαση μαζί.
Την ίδια ώρα, η απόσταση μεταξύ των δύο άκρων μεγαλώνει. Η μέση ισοδύναμη δαπάνη του πλουσιότερου 20% είναι 5,78 φορές μεγαλύτερη από εκείνη του φτωχότερου 20%, από 5,68 φορές το 2024.
Πάνω από 2.000 ευρώ τον μήνα στην Αττική
Μεγάλο είναι και το χάσμα μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών. Στις πόλεις η μέση μηνιαία δαπάνη φθάνει τα 1.892 ευρώ, έναντι μόλις 1.386 ευρώ στην ύπαιθρο, διαφορά άνω των 500 ευρώ.
Η Αττική βρίσκεται στην κορυφή της χώρας, με μέση ετήσια δαπάνη 24.981 ευρώ ή περίπου 2.082 ευρώ τον μήνα, στο 114,4% του εθνικού μέσου όρου. Στον αντίποδα βρίσκεται η Στερεά Ελλάδα, με 16.475 ευρώ τον χρόνο ή περίπου 1.373 ευρώ τον μήνα.
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη σύνθεση της οικογένειας. Ένα ζευγάρι με δύο παιδιά έως 16 ετών δαπανά το 149,8% του εθνικού μέσου όρου, ενώ ένας άνθρωπος άνω των 65 ετών που ζει μόνος περιορίζεται στο 45,6%.
Τα νοικοκυριά με υπεύθυνο ηλικίας 35-44 ετών έχουν τη μεγαλύτερη δαπάνη, στο 133,3% του μέσου όρου, ενώ για τους άνω των 75 ετών υποχωρεί στο 55,6%.
Η ακτινογραφία της δαπάνης
|
Έτος |
Μέση μηνιαία δαπάνη |
Μεταβολή από το 2019 |
|
2019 |
1.454,76 € |
— |
|
2021 |
1.399,71 € |
-3,8% |
|
2022 |
1.579,81 € |
+8,6% |
|
2023 |
1.663,82 € |
+14,4% |
|
2024 |
1.724,54 € |
+18,5% |
|
2025 |
1.820,20 € |
+25,1% |



