Η εργασία μετά τη συνταξιοδότηση παύει να αποτελεί σπάνια επιλογή. Στην Ελλάδα, οι δηλωμένοι εργαζόμενοι συνταξιούχοι αυξήθηκαν εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια.
Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου
Σύμφωνα με στοιχεία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του e‑ΕΦΚΑ, τον Αύγουστο του 2026 είχαν δηλώσει απασχόληση 308.433 συνταξιούχοι, έναντι περίπου 25.000–30.000 πριν από το 2023. Οι δηλώσεις ήταν περισσότερες, καθώς ένας συνταξιούχος μπορεί να έχει πάνω από μία. Η εξέλιξη αποτυπώνει πραγματική αύξηση, αλλά και την καλύτερη καταγραφή της απασχόλησης μετά τη δημιουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
Σημαντική αλλαγή αποτέλεσε η κατάργηση, από την 1η Ιανουαρίου 2024, της περικοπής κατά 30% της σύνταξης λόγω ασφαλιστέας εργασίας. Πλέον, κατά κανόνα, η σύνταξη καταβάλλεται ακέραιη, ενώ προβλέπεται ειδικός πόρος υπέρ e‑ΕΦΚΑ από το εισόδημα της εργασίας. Η μεταβολή μειώνει το αντικίνητρο που απέτρεπε πολλούς συνταξιούχους από το να δηλώσουν την απασχόλησή τους. Η υποχρέωση δήλωσης στον e‑ΕΦΚΑ εξακολουθεί να ισχύει.
Η ευρωπαϊκή σύγκριση δείχνει, ωστόσο, ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται στην κορυφή ως προς τη συνέχιση της εργασίας αμέσως μετά τη συνταξιοδότηση. Σύμφωνα με την έρευνα εργατικού δυναμικού της Eurostat για το 2023, το 13% των πολιτών ηλικίας 50–74 ετών στην ΕΕ συνέχισε να εργάζεται έξι μήνες μετά την έναρξη λήψης της πρώτης σύνταξης γήρατος. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 4,2%. Υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στην Εσθονία (54,9%), στη Λετονία (44,2%) και στη Λιθουανία (43,7%), ενώ χαμηλότερα στη Ρουμανία (1,7%).
Τα ποσοστά αυτά αφορούν τη μετάβαση στη σύνταξη και δεν πρέπει να συγχέονται με τον συνολικό αριθμό των συνταξιούχων που εργάζονται σήμερα. Σε επίπεδο ΕΕ, το 10,2% των δικαιούχων σύνταξης γήρατος ηλικίας 50–74 ετών εργαζόταν το 2023· πάνω από τους μισούς εργαζόμενους συνταξιούχους απασχολούνταν με μερική απασχόληση. Η ΕΛΣΤΑΤ, με διαφορετικό δείκτη και πληθυσμό αναφοράς, υπολόγισε ότι όσοι λάμβαναν σύνταξη γήρατος και εργάζονταν αντιστοιχούσαν στο 1,8% του συνόλου των απασχολουμένων στην Ελλάδα.
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται διαφορετικές ανάγκες και επιλογές: η συμπλήρωση του οικογενειακού εισοδήματος, η συνέχιση μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, αλλά και η αξιοποίηση εμπειρίας που παραμένει πολύτιμη στην αγορά εργασίας. Η αύξηση των δηλώσεων δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι όλοι εργάζονται από οικονομική ανάγκη ή ότι η εργασία είναι πάντα προαιρετική. Δείχνει, όμως, ότι η συνταξιοδότηση δεν σημαίνει πλέον υποχρεωτικά και οριστική αποχώρηση από την εργασία. Η πρόκληση για την Ελλάδα και την Ευρώπη είναι να διαμορφώσουν κανόνες που επιτρέπουν αυτή τη συμμετοχή, προστατεύουν τα δικαιώματα των εργαζομένων και δεν μετατρέπουν την εργασία μετά τη σύνταξη σε αναγκαστική λύση λόγω ανεπαρκούς εισοδήματος.



