Γ. Καρούζος για Pizza Fan: Οι εναλλακτικές για τους εργαζόμενους – Ο δρόμος για την αποζημίωση και τα οφειλόμενα του Οκτωβρίου

0
20

Ο δικηγόρος – εργατολόγος αναλύει τα βήματα και τις εναλλακτικές που έχουν στη διάθεσή τους οι εργαζόμενοι της επιχείρησης – Πότε οφείλονται τα δεδουλευμένα και πότε η αποζημίωση απόλυσης.

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Αντιμέτωποι με την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα βρίσκονται οι 2.500 εργαζόμενοι της «Pizza Fan» μετά τις αστυνομικές και τις δικαστικές εξελίξεις που έφεραν τον επικεφαλής επιχειρηματία στον ανακριτή.

Πληροφορίες αναφέρουν πως για την «Pizza Fan», που είναι μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες σε ολόκληρη την χώρα, αναζητείται «λευκός ιππότης», δηλαδή νέος επενδυτής ώστε με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο η αλυσίδα να περάσει στην επόμενη ημέρα.

Μέχρι τότε και προς το παρόν, όσο η επιχείρηση και τα καταστήματα παραμένουν κλειστά για λόγους που αφορούν στην ίδια την επιχείρηση και στα υποκαταστήματα, η εργασιακή σύμβαση των εργαζομένων συνεχίζεται και οφείλονται μισθοί ακόμα και εάν οι εργαζόμενοι δεν παρέχουν εργασία.

Δηλαδή τα καταστήματα δεν έκλεισαν λόγω ανωτέρας βίας ούτε με διοικητική εντολή κρατικής υπηρεσίας. Ο εργοδότης, συνεπώς, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να καταβάλλει τους μισθούς και γι αυτό είναι απολύτως κρίσιμο αν θα καταβληθεί η μισθοδοσία του Οκτωβρίου.

Οσο η επιχείρηση και τα καταστήματα παραμένουν κλειστά για λόγους που αφορούν στην ίδια την επιχείρηση και στα υποκαταστήματα, η εργασιακή σύμβαση των εργαζομένων συνεχίζεται και οφείλονται μισθοί ακόμα και εάν οι εργαζόμενοι δεν παρέχουν εργασία.

Φορολογικό σφράγισμα

Ακόμη κι αν προκύπτει φορολογικό σφράγισμα, κατά κανόνα, αυτό δεν παύει από μόνο του τις συμβάσεις εργασίας ούτε καταργεί την υποχρέωση καταβολής μισθού. Η παραβατική συμπεριφορά του εργοδότη νομικά δεν μπορεί να μετακυληθεί ως ευθύνη των εργαζομένων, άρα ο μισθός οφείλεται ακόμη κι αν η επιχείρηση είναι κλειστή.  

Το σφράγισμα δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με απόλυση ή αναστολή των συμβάσεων εργασίας.

Ανωτέρα βία

Το κρίσιμο νομικό σημείο είναι αν η αδυναμία λειτουργίας οφείλεται σε λόγο που αφορά στον εργοδότη ή σε πραγματική ανωτέρα βία. 

Το άρθρο 656 ΑΚ προβλέπει ρητά ότι, αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη για λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει κανονικά τον μισθό του, μια αρχή που έχει επαναλάβει και ο Άρειος Πάγος στην απόφαση ΑΠ 855/2020.

Επομένως, αν το σφράγισμα επιβλήθηκε λόγω φορολογικών παραβάσεων της ίδιας της επιχείρησης, υπάρχει ισχυρή νομική βάση να θεωρηθεί ότι πρόκειται για κώλυμα που αφορά αποκλειστικά στον εργοδότη και όχι για ανωτέρα βία που τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής μισθών. Η τελική κρίση, ωστόσο, εξαρτάται από την αιτία και τους όρους της συγκεκριμένης πράξης σφράγισης, τη διάρκειά της και το αν οι εργαζόμενοι ήταν αποδεδειγμένα διαθέσιμοι να εργαστούν.

Το άρθρο 656 ΑΚ προβλέπει ρητά ότι, αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη για λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει κανονικά τον μισθό του.

Ακόμη κι αν έχουν δεσμευτεί οι λογαριασμοί του ιδιοκτήτη και επιχειρηματία, ο μισθός οφείλεται κανονικά και δεν εκλείπει η υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή του. Αλίμονο αν μπορούσε να μετακυλυθεί στον εργαζόμενο το επιχειρηματικό ρίσκο ή η επιχειρηματική ευθύνη.  

Τι πρέπει να κάνουν οι εργαζόμενοι

Για ένα εύλογο χρονικό διάστημα οι εργαζόμενοι πρέπει να περιμένουν. Ο μισθός δεν χάνεται. Αν η επιχείρηση δεν μεταβιβαστεί και δεν επαναλειτουργήσει, αυτό μπορεί να αποτελέσει μια άτυπη, έκτακτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας και πέρα από τους μισθούς να οφείλονται και αποζημιώσεις ή να προκύπτει άκυρη απόλυση.

Προς το παρόν και για ένα εύλογο χρονικό διάστημα – για παράδειγμα μια εβδομάδα – οι εργαζόμενοι δεν έχουν την υποχρέωση να εμφανίζονται στα καταστήματα. Από την επόμενη εβδομάδα αν η επιχείρηση δεν αποδεχτεί την εργασία τους είτε στα υποκαταστήματα είτε στην κυρία μονάδα, τότε θα πρέπει εξωδίκως να διαμαρτυρηθούν προτάσσοντας μια προθεσμία εντός της οποίας η εργασίας τους πρέπει να γίνει αποδεκτή. Αν και αυτή η προθεσμία δεν τηρηθεί – δεν ανοίξουν δηλαδή τα καταστήματα ώστε να εργαστούν – τότε θα θεωρηθεί απόλυση και θα πρέπει να προσφύγουν στα δικαστήρια με ασφαλιστικά μέτρα ή με αγωγές.

Αν η επιχείρηση δεν μεταβιβαστεί και δεν επαναλειτουργήσει, αυτό μπορεί να αποτελέσει μια άτυπη, έκτακτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας και πέρα από τους μισθούς να οφείλονται και αποζημιώσεις ή να προκύπτει άκυρη απόλυση.

Πώς πρέπει να προσφύγουν οι εργαζόμενοι

Ανάλογα με το τι αναφέρει η αναγγελία πρόσληψης στο σύστημα «Εργάνη» κάθε μισθωτός πρέπει να στραφεί εναντίον του εργοδότη που τον προσέλαβε ανάλογα και με το υποκατάστημα. Αν η πρόσληψη έγινε από την κεντρική εταιρεία, θα πρέπει να στραφούν κατά της κεντρικής εταιρείας. Σε κάθε περίπτωση ο μισθωτός τρέφεται κατά του εργοδότη του, όπως αυτός αναφέρεται στην αναγγελία της πρόσληψης.

Δυστυχώς, όμως, αν δεν υπάρξει άμεση λύση στο πρόβλημα, η δικαστική διευθέτηση των θεμάτων θα πάρει χρόνο.

Σε κάθε περίπτωση ο μισθωτός τρέφεται κατά του εργοδότη του, όπως αυτός αναφέρεται στην αναγγελία της πρόσληψης.

Τι γίνεται με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Στην περίπτωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η πρόωρη λύση τους εξετάζεται χωριστά και αυστηρά με βάση τον «σπουδαίο λόγο» του άρθρου 672 ΑΚ, καθώς η απλή διακοπή λειτουργίας δεν λύνει αυτομάτως κάθε σύμβαση.

Όταν η πρόωρη καταγγελία σύμβασης ορισμένου χρόνου γίνεται χωρίς σπουδαίο λόγο, δεν παράγει κανένα απολύτως αποτέλεσμα και μπορεί να συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής αποδοχών μέχρι τη συμφωνημένη λήξη.

Συνεπώς, ο εργοδότης δεν μπορεί απλώς να ανακοινώνει αυθαίρετα ότι «η επιχείρηση σφραγίστηκε, άρα σταματούν οι μισθοί», καθώς απαιτείται να εξεταστεί εξονυχιστικά το έγγραφο της φορολογικής αρχής και το ατομικό εργασιακό καθεστώς κάθε εργαζομένου, με καθοριστικούς παράγοντες την αιτία και τη διάρκεια του σφραγίσματος, καθώς και το είδος της σύμβασης.

Οι διατάξεις για το whistleblowing

Κρίσιμες είναι και οι διατάξεις του ν. 4990/2022 (whistleblowing) που αφορούν στην προστασία εργαζομένων σε περιπτώσεις αναφορών ή καταγγελιών παραβάσεων εντός της εργασίας. Το νομοθετικό πλαίσιο καλύπτει ευρύτατα τους ενεργούς εργαζομένους, τους πρώην εργαζομένους, τους υποψηφίους πριν από την πρόσληψη, τους αυτοαπασχολουμένους, καθώς και τα πρόσωπα που εργάζονται μέσω εργολάβου ή προμηθευτή.

Ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα εσωτερικά στην εταιρεία, αλλά μπορεί είτε να χρησιμοποιήσει τον εσωτερικό δίαυλο είτε να υποβάλει απευθείας εξωτερική αναφορά στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, ενώ η δημόσια αποκάλυψη στα μέσα ενημέρωσης ή στα κοινωνικά δίκτυα προστατεύεται μόνο υπό αυστηρές και ειδικές προϋποθέσεις.

Επιπλέον, ο εργαζόμενος διατηρεί το δικαίωμα να υποβάλει ανώνυμη αναφορά, και αν αργότερα ταυτοποιηθεί και υποστεί αντίποινα, προστατεύεται από τον νόμο, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, με την ταυτότητά του να προστατεύεται ως απόλυτα εμπιστευτική.

Εγγυήσεις κατά των αντιποίνων

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δώσουμε στις εγγυήσεις κατά των αντιποίνων, καθώς απαγορεύονται ρητά ενέργειες όπως η απόλυση, ο υποβιβασμός, η μείωση μισθού, η αλλαγή ωραρίου ή καθηκόντων, ο εκφοβισμός, η παρενόχληση και η δυσμενής αξιολόγηση.

Μια απόλυση που αποτελεί αντίποινο είναι απολύτως άκυρη, ενώ αν ο εργαζόμενος αποδείξει ότι υπέβαλε αναφορά και υπέστη βλάβη, τεκμαίρεται νομικά ότι η βλάβη συνδέεται άμεσα με την αναφορά, αφήνοντας στον εργοδότη το βάρος να αποδείξει το αντίθετο.

Υπάρχουν ωστόσο σαφή όρια και υποχρεώσεις για τον εργαζόμενο, καθώς ο ν. 4990/2022 δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση σε κάθε εργαζόμενο να καταγγέλλει παραβάσεις, αλλά θεσπίζει κυρίως δικαίωμα αναφοράς και προστασίας, εκτός εάν ειδική υποχρέωση προκύπτει από άλλη διάταξη ή από τα ειδικά καθήκοντα της θέσης του.

Για να τύχει της προστασίας του νόμου, ο εργαζόμενος πρέπει κατά την αναφορά να έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι οι πληροφορίες είναι αληθείς και αφορούν ζήτημα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, όπως ζητήματα δημοσίων συμβάσεων, περιβάλλοντος, ασφάλειας προϊόντων, προστασίας καταναλωτή, προσωπικών δεδομένων, οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και αδικημάτων δωροδοκίας.

Δεν υπάγεται αυτομάτως κάθε εργασιακή διαφωνία ή κάθε γενική φορολογική παράβαση στον ν. 4990/2022, ενώ απαγορεύεται αυστηρά η εν γνώσει υποβολή ψευδούς αναφοράς, για την οποία ο νόμος προβλέπει βαριές ποινικές κυρώσεις, όπως ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή.

Πρακτικά συνιστάται η ακριβής περιγραφή συγκεκριμένων περιστατικών, ημερομηνιών και στοιχείων μέσω των προβλεπόμενων διαύλων, αποφεύγοντας την άσκοπη κοινοποίηση προσωπικών δεδομένων ή εμπιστευτικών εγγράφων σε τρίτους, καθώς η προστασία δεν επεκτείνεται σε τυχόν αυτοτελή ποινικά αδικήματα κατά την πρόσβαση ή την απόκτηση των πληροφοριών.

ΠΗΓΗ: imerisia.gr