Μπορεί ο εργοδότης να συμψηφίσει τον μισθό μου με απαίτηση που έχει εναντίον μου;

0
376
Ο μισθός αποτελεί το κύριο μέσο βιοπορισμού του εργαζομένου. Για τον λόγο αυτό, ο νομοθέτης – και συμπληρωματικά τα ελληνικά δικαστήρια – έχουν θέσει αυστηρές προϋποθέσεις αναφορικά με τη δυνατότητα παρακράτησής του – ή μέρους αυτού – εκ μέρους του εργοδότη, για απαιτήσεις του κατά του εργαζομένου.

Στο ερώτημα περί του επιτρεπτού ή μη του συμψηφισμού του μισθού με απαιτήσεις του εργοδότη κατά του μισθωτού απαντάει κατ’ αρχήν η διάταξη του άρ. 664 εδ. α ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «ο εργοδότης  δεν  μπορεί  να  συμψηφίσει  οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά  του  εργαζομένου,  εφόσον  ο  μισθός  αυτός  είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του.». Το μέρος του μισθού που θεωρείται ως αναγκαίο κρίνεται από το δικαστήριο, με συνυπολογισμό περισσότερων παραγόντων και δεν ταυτίζεται μόνο με το κατώτατο όριο αυτού· κρίσιμα κριτήρια είναι, για παράδειγμα, εάν ο εργαζόμενος λαμβάνει και άλλα εισοδήματα, εάν έχει οικογένεια και από πόσα μέλη αποτελείται αυτή κ.λ.π. Ο εργοδότης έχει, στην περίπτωση αυτή, το βάρος να αποδείξει ότι το ποσό που προτείνεται για συμψηφισμό δεν είναι απαραίτητο για τη διαβίωση του εργαζομένου.

Επισημαίνεται ότι στην έννοια του μισθού περιλαμβάνεται οποιαδήποτε παροχή καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο κατά τρόπο σταθερό, ως αντάλλαγμα για την εργασία του, ανεξαρτήτως εάν η παροχή αυτή προβλέπεται από τον νόμο ή τη σύμβαση εργασίας (ατομική ή συλλογική). Ενδεικτικά, ως μισθός θεωρούνται τα διάφορα επιδόματα (π.χ. επίδομα Χριστουγέννων, Πάσχα, αδείας, επίδομα προϋπηρεσίας/τριετιών, επίδομα επικίνδυνης/ανθυγιεινής εργασίας), οι αμοιβές για υπερεργασία και υπερωρία (νόμιμη ή παράνομη), ακόμα και τα φιλοδωρήματα, όταν αυτά λαμβάνονται κατά τρόπο τακτικό και με τη συγκατάθεση (ρητή ή σιωπηρή) του εργοδότη. Γενικά, οποιαδήποτε παροχή καταβάλλεται νόμιμα και τακτικά στον εργαζόμενο θεωρείται μισθός και δεν συμψηφίζεται.

Εξαίρεση από την απαγόρευση του συμψηφισμού εισάγει το εδάφιο β΄ του ίδιου άρθρου του Αστικού Κώδικα, κατά το οποίο επιτρέπεται ο συμψηφισμός απαιτήσεων που έχει ο εργοδότης έναντι του εργαζομένου λόγω ζημίας που ο τελευταίος προξένησε με δόλο κατά την εκτέλεση της εργασίας. Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί δόλος από τη μεριά του εργαζομένου, χρειάζεται ο ίδιος να στόχευε στην επέλευση της ζημίας αυτής στον εργοδότη, ή τουλάχιστον να την αποδέχτηκε.

Όσα αναλύθηκαν ανωτέρω ισχύουν και αναφορικά με την κατάσχεση του μισθού (664 ΑΚ εδ. γ). Οι ως άνω διατάξεις που αφορούν στην απαγόρευση του συμψηφισμού είναι δημοσίας τάξεως και ως εκ τούτου, αντίθετες συμφωνίες μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου είναι άκυρες.

Συνεπώς, ο συμψηφισμός του μισθού με απαιτήσεις του εργοδότη επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Οι ως άνω ρυθμίσεις αντικατοπτρίζουν την ιδιαίτερη προστασία του μισθού, ως μέσου διαβίωσης του εργαζομένου· η δε προστασία αυτή αποτελεί βασική αρχή του εργατικού δικαίου, χωρίς να αφήνονται περιθώρια παρέκκλισης των μερών με διαφορετικές συμφωνίες.

Δικηγόρος Εργατολόγος