Η εξέλιξη του χρόνου εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη διάρκεια των ετών 2021–2024 υπό το πρίσμα των ευέλικτων μορφών εργασίας και της τηλεργασίας

0
8

Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου

Η οργάνωση του χρόνου εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση διανύει μια περίοδο σημαντικών μεταβολών, καθώς οι ευέλικτες μορφές εργασίας και η τηλεργασία επηρεάζουν πλέον ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται και ρυθμίζεται ο χρόνος απασχόλησης. Κατά την περίοδο 2021–2024, τα κράτη-μέλη προχώρησαν σε σειρά κανονιστικών παρεμβάσεων με στόχο την προσαρμογή των εθνικών εννόμων τάξεων στις νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας.

Σύμφωνα με την πρόσφατη συγκριτική μελέτη της Eurofound από το έτος 2021 και έπειτα, 20 από τις 28 εξεταζόμενες χώρες (τα 27 κράτη-μέλη και η Νορβηγία) υιοθέτησαν νομοθετικές μεταβολές που αφορούσαν τον χρόνο και την οργάνωση της εργασίας. Η συχνότερη κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων δεν ήταν η μείωση του χρόνου εργασίας, αλλά η ενίσχυση της ευελιξίας, καθώς 15 χώρες αναμόρφωσαν τις ρυθμίσεις σχετικά με την οργάνωση του ωραρίου, ενώ περίπου 10 χώρες θέσπισαν νέους κανόνες για την καταγραφή και παρακολούθηση του χρόνου εργασίας.

Οι αλλαγές αυτές συνδέονται ιδίως με την αυξανόμενη χρήση της τηλεργασίας, την ανάγκη μεγαλύτερης ευελιξίας ως προς τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας, αλλά και με την προσπάθεια εξισορρόπησης της επαγγελματικής και προσωπικής ζωής των εργαζομένων.

Η μεταβολή του παραδοσιακού μοντέλου χρόνου εργασίας

Η παραδοσιακή αντίληψη του σταθερού και προκαθορισμένου ωραρίου εργασίας έχει σταδιακά αντικατασταθεί από περισσότερο ευέλικτα μοντέλα, τα οποία επιτρέπουν μεγαλύτερη αυτονομία στους εργαζομένους ως προς την οργάνωση του χρόνου τους. Η ευελιξία αυτή εκδηλώνεται μέσα από διαφορετικές μορφές, όπως η προσαρμογή της έναρξης και λήξης της εργασίας, η δυνατότητα μεταβολής του προγράμματος απασχόλησης και η τηλεργασία.

Η μελέτη αναδεικνύει ότι η ευελιξία στον χρόνο εργασίας δεν αποτελεί ενιαίο φαινόμενο σε όλα τα κράτη μέλη. Αντίθετα, παρουσιάζονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς το επίπεδο ρύθμισης, το εύρος των δικαιωμάτων των εργαζομένων και τον ρόλο των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ρυθμίσεις για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας σε επίπεδο εβδομάδας, οι οποίες εξακολουθούν να είναι περιορισμένες σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόλις τέσσερις χώρες – το Βέλγιο, η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Πολωνία – εισήγαγαν σχετικές νομοθετικές προβλέψεις ή πιλοτικά προγράμματα. Ωστόσο, οι προσεγγίσεις τους διαφέρουν ουσιωδώς: στο Βέλγιο παρέχεται η δυνατότητα ολοκλήρωσης των τετραήμερης εβδομαδιαίας εργασίας συνολικής διάρκειας 38 ωρών, ενώ στην Ελλάδα προβλέπεται, κατόπιν συμφωνίας, η τετραήμερη απασχόληση, χωρίς αντίστοιχη μείωση του συνολικού χρόνου εργασίας, ο οποίος ανέρχεται στις 40 ώρες εβδομαδιαίως στην περίπτωση της πλήρους απασχόλησης.

Η τηλεργασία ως παράγοντας αλλαγής της εργασιακής οργάνωσης

Η τηλεργασία αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες που επιτάχυναν την επανεξέταση των κανόνων σχετικά με τον χρόνο εργασίας. Η εξάπλωσή της δημιούργησε νέες δυνατότητες ευελιξίας, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε ζητήματα που σχετίζονται με τα όρια μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.

Δεν είναι τυχαίο ότι από το 2021 16 κράτη προχώρησαν σε νέες ή αναθεωρημένες εθνικές ρυθμίσεις για την τηλεργασία και την ψηφιοποίηση της εργασίας. Από αυτά, 11 χώρες καθιέρωσαν ή ενίσχυσαν το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητούν τηλεργασία, ενώ επτά προχώρησαν σε ειδικές ρυθμίσεις σχετικά με τους όρους παροχής της τηλεργασίας και την κάλυψη των σχετικών εξόδων.

Η δυνατότητα τηλεργασίας επέφερε αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο ο εργαζόμενος θεωρείται διαθέσιμος προς τον εργοδότη. Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδείχθηκαν αφορά την ανάγκη διασφάλισης ότι η ευελιξία δεν οδηγεί σε διαρκή σύνδεση του εργαζομένου με την εργασία του πέραν του κανονικού ωραρίου.

Η μελέτη επισημαίνει ακόμη ότι σε 19 χώρες η εθνική νομοθεσία επιβάλλει στον εργοδότη να καλύπτει τον απαραίτητο εξοπλισμό ή και τα έξοδα τηλεργασίας, μολονότι μόνο σε ορισμένες από αυτές προβλέπεται σαφής τρόπος υπολογισμού της σχετικής αποζημίωσης.

Το δικαίωμα αποσύνδεσης

Ιδιαίτερη θέση στις πρόσφατες ρυθμιστικές εξελίξεις καταλαμβάνει το δικαίωμα αποσύνδεσης, δηλαδή η δυνατότητα του εργαζομένου να μην είναι υποχρεωμένος να παραμένει διαθέσιμος για εργασία εκτός του συμφωνημένου χρόνου απασχόλησης.

Η μελέτη καταγράφει ότι το δικαίωμα αυτό προβλέπεται πλέον σε 13 κράτη μέλη. Από αυτά, τέσσερα το είχαν ήδη θεσπίσει πριν από την πανδημία, ενώ εννέα χώρες εισήγαγαν ή εξειδίκευσαν σχετικές ρυθμίσεις μετά το 2020. Στις περισσότερες περιπτώσεις εφαρμόζεται γενικά στους εργαζομένους, ενώ σε ορισμένα κράτη – μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα – αφορά κυρίως ή αποκλειστικά τους τηλεργαζομένους.

Οι σχετικές ρυθμίσεις συνδέονται άμεσα με την προστασία της υγείας και της ευημερίας των εργαζομένων στο πλαίσιο της αυξανόμενης ψηφιοποίησης της εργασίας και αποσκοπούν στον σαφέστερο διαχωρισμό του χρόνου εργασίας από τον χρόνο ανάπαυσης.

Η ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και προστασίας των εργαζομένων

Η ευέλικτη εργασία προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως μεγαλύτερη αυτονομία των εργαζομένων και δυνατότητα καλύτερου συνδυασμού επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Παράλληλα, όμως, δημιουργεί νέες προκλήσεις, καθώς η μεγαλύτερη ελευθερία οργάνωσης του χρόνου μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της έντασης της εργασίας ή σε δυσκολία διαχωρισμού μεταξύ εργασιακού και προσωπικού χρόνου.

Για τον λόγο αυτό, τα κανονιστικά πλαίσια των κρατών μελών επιχειρούν να επιτύχουν μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη προσαρμογής των επιχειρήσεων στις νέες μορφές εργασίας και στην προστασία των εργαζομένων από αρνητικές συνέπειες της υπερβολικής ευελιξίας.

Παράλληλα, η μελέτη καταγράφει ότι η εθνική ρύθμιση της αλγοριθμικής διαχείρισης της εργασίας και της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης παραμένει ακόμη περιορισμένη. Μόλις τέσσερις έως πέντε χώρες έχουν θεσπίσει ειδικούς κανόνες σχετικά με τον αλγοριθμικό προγραμματισμό του χρόνου εργασίας, την αυτοματοποιημένη εποπτεία ή τη διαφάνεια των αλγορίθμων, γεγονός που καταδεικνύει ότι η νομοθεσία κινείται με βραδύτερους ρυθμούς σε σχέση με την τεχνολογική εξέλιξη.

*******

Συνολικά, η περίοδος 2021–2024 χαρακτηρίζεται από σημαντική αναμόρφωση των κανόνων που αφορούν στον χρόνο εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διάδοση της τηλεργασίας και των ευέλικτων μορφών απασχόλησης οδήγησε τα κράτη – μέλη στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού των ορίων μεταξύ εργασιακού και προσωπικού χρόνου.

Η βασική πρόκληση που αναδεικνύεται είναι η επίτευξη μιας ισορροπίας μεταξύ της ευελιξίας που απαιτούν οι σύγχρονες μορφές εργασίας και της ανάγκης προστασίας των εργαζομένων ως προς τον χρόνο ανάπαυσης, την ψυχική και σωματική τους υγεία και την ποιότητα της εργασιακής τους ζωής.

Τα στοιχεία της μελέτης της Eurofound δείχνουν ότι η κυρίαρχη ευρωπαϊκή τάση δεν είναι η γενικευμένη μείωση των ωρών εργασίας, αλλά η δημιουργία ενός πιο ευέλικτου και ταυτόχρονα περισσότερο προστατευτικού πλαισίου, με έμφαση στην καταγραφή του χρόνου εργασίας, στην πρόσβαση στην τηλεργασία, στην κάλυψη των σχετικών εξόδων και στην θέσπιση του δικαιώματος αποσύνδεσης. Αντιθέτως, ζητήματα όπως η αλγοριθμική διοίκηση στην εργασία, η τεχνητή νοημοσύνη και η ουσιαστική αναδιαμόρφωση της έννοιας του χρόνου εργασίας εξακολουθούν να αποτελούν πεδία περιορισμένης νομοθετικής παρέμβασης.

Δείτε τη σχετική μελέτη εδώ